Ανάμεσα
στους θαρραλέους υπερασπιστές και ένθερμους αγωνιστές της χριστιανικής
πίστεως κατά τον Β΄ μ.Χ. αιώνα συγκαταλέγεται και ο τιμώμενος την 1η
Ιουνίου Άγιος ένδοξος μάρτυς Ιουστίνος ο φιλόσοφος,
ο οποίος αναδείχθηκε σθεναρός υπερασπιστής των διωκομένων χριστιανών,
ελέγχοντας τη βάρβαρη αυθαιρεσία των Ρωμαίων αυτοκρατόρων και αφήνοντας
ως πολύτιμη πνευματική παρακαταθήκη ένα σημαντικότατο συγγραφικό έργο. Ο
χαρακτηριζόμενος από τους αρχαίους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ως
«θαυμασιώτατος» Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος γεννήθηκε περί το 100-110
μ.Χ. στην πόλη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης, η οποία κτίσθηκε στα
ερείπια της αρχαίας βιβλικής πόλεως Συχέμ της Σαμάρειας, εκεί όπου ο
Χριστός υποσχέθηκε να δώσει στη Σαμαρείτιδα το ζωντανό νερό της
διδασκαλίας Του. Οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες, αλλά και εύποροι,
γεγονός που συνέβαλε στο να αποκτήσει αξιόλογη μόρφωση, κατέχοντας τόσο
την ελληνική όσο και τη ρωμαϊκή γλώσσα. Το ενδιαφέρον του για τη
φιλοσοφία και η αναζήτηση λύσεων για τα μεταφυσικά φαινόμενα του
δημιούργησαν έναν ισχυρότατο πόθο για μία βαθύτερη και ουσιαστικότερη
γνώση. Γι’ αυτό και πήγε στην Καισάρεια αναζητώντας σοφούς και επιφανείς
διδασκάλους, οι οποίοι θα τον βοηθούσαν να ανακαλύψει όλη την αλήθεια.
Αρχικά μαθήτευσε σ’ έναν στωικό φιλόσοφο, αλλά δεν έμεινε ευχαριστημένος
από τη διδασκαλία του, αφού ταύτιζε τη δημιουργία του κόσμου με τον
Δημιουργό και δεν ενδιαφερόταν να μάθει για την ύπαρξη του αληθινού
Θεού. Στη συνέχεια ο Ιουστίνος κατέφυγε σ’ έναν περιπατητικό φιλόσοφο,
οπαδό δηλαδή της αριστοτελικής φιλοσοφίας, τον οποίο όμως εγκατέλειψε,
διότι αποδείχθηκε φιλοχρήματος, αφού μετά από τα πρώτα μαθήματα του
ζήτησε να πληρώσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Κατόπιν ο φλεγόμενος για
την αλήθεια Ιουστίνος εναπόθεσε τις ελπίδες του σ’ έναν επιφανή
πυθαγόρειο φιλόσοφο, ο οποίος τον απογοήτευσε και έφυγε και από αυτόν,
αφού θεωρούσε ως προϋπόθεση για τη φιλοσοφία τη γνώση των επιστημών της
Μουσικής, της Αστρονομίας και της Γεωμετρίας, τις οποίες όμως δεν
γνώριζε. Την αναζήτηση της αλήθειας ο εξαιρετικά φιλομαθής και
πνευματικά ανήσυχος Ιουστίνος προσπάθησε να βρει κοντά σ’ έναν πλατωνικό
φιλόσοφο, ο οποίος βρισκόταν την εποχή αυτή στην πόλη, όπου σπούδαζε.
Από τον περίφημο αυτό φιλόσοφο ο Ιουστίνος έμεινε αρκετά ικανοποιημένος,
αφού η πλατωνική φιλοσοφία δίδασκε ότι ο τελικός στόχος και προορισμός
του ανθρώπου είναι η ομοίωσή του με τον Θεό. Έτσι στην πλατωνική
φιλοσοφία βρήκε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιδόθηκε με ξεχωριστό ζήλο,
αποτελώντας τη σπουδαιότερη ενασχόλησή του. Η αγάπη του για τη φιλοσοφία
σύμφωνα με την πλατωνική διδασκαλία επιβεβαιώνεται και από την
καταγεγραμμένη άποψή του γι’ αυτή. Έτσι για τον Άγιο Ιουστίνο η
φιλοσοφία αποτελεί ένα σπουδαιότατο απόκτημα για τον Θεό, αφού οδηγεί
και προετοιμάζει προς Εκείνον, ενώ πραγματικά όσιοι είναι μόνο εκείνοι
που ο νους τους είναι στραμμένος σ’ αυτή την προσπάθεια. Όμως η διαρκής
αναζήτηση του Ιουστίνου για την αλήθεια μαζί και με το ανικανοποίητο της
ψυχής του, η οποία διψούσε για βαθύτερη πνευματική γνώση, τον οδήγησε
στο να εγκαταλείψει την Καισάρεια και να αποσυρθεί σε έρημο τόπο για να
επιδοθεί με περισσότερη ησυχία στη φιλοσοφία, αποφεύγοντας τη
συναναστροφή με τους ανθρώπους.
ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ – ΚΑΤΑ ΕΙΜΑΡΜΕΝΗΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ Α’ ΑΠΟΛΟΓΙΑ)
Στο
παρακάτω απόσπασμα ο αγ. Ιουστίνος δίνει την ορθόδοξη απολογητική
απάντηση κατά της ειμαρμένης. Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, ο άγιος
αναιρεί την θεωρία του απόλυτου προορισμού και της δούλης βούλησης.
*****
1.
Δια να μη νομίσουν δε μερικοί από τα προλεχθέντα ότι ημείς λέγομεν ότι
τα γινόμενα γίνονται κατά την αναπόφευκτον ειμαρμένην, εφόσον ως
προλεχθέντα ήσαν προεγνωσμένα, θα διαλύσωμεν και αυτήν την δυσκολίαν.
2.
Μαθόντες από τους προφήτας, διακηρύσσομεν ως αληθές ότι αι τιμωρίαι, αι
κολάσεις, αι αγαθαί αμοιβαί αποδίδονται εις έκαστον κατ’ αξίαν των
πράξεών του, επειδή αν δεν συμβαίνει τούτο, αλλ’ όλα γίνονται κατά την
ειμαρμένην, δεν υπάρχει καμμία αυτεξουσιότης εις ημάς˙ διότι, εάν είναι
προωρισμένον ούτος να είναι αγαθός και εκείνος φαύλος, ούτε ούτος είναι
αποδεκτός ούτε εκείνος αξιόμεμπτος.
3.
Και πάλιν, εάν το ανθρώπινον γένος δεν έχη δύναμιν να αποφεύγη τα
αισχρά και να προτιμά τα καλά με ελευθέραν προαίρεσιν, είναι ανεύθυνον
δι’ οποιασδήποτε πράξεις.
4. Αλλ’ ότι και επιτυγχάνει και αποτυγχάνει με ελευθέραν προαίρεσιν, το αποδεικνύομεν ούτως.
5. Βλέπομεν τον ίδιον άνθρωπον να επιδιώκη τα ενάντια.
6.
Εάν δε είναι προωρισμένον να είναι ή φαύλος ή σπουδαίος, δεν θα ήτο
ποτέ δεκτικός των εναντίων και δεν θα μετέβαλε γνώμην συχνάκις˙ ούτε θα
ήσαν άλλοι μεν σπουδαίοι, άλλοι δε φαύλοι, επειδή θα διεκηρύσσομεν την
ειμαρμένην ως αιτίαν φαύλων και ως πράττουσαν τα αντίθετα εις εαυτήν, ή
εκείνο το προειρημένον θα εφαίνετο να είναι αληθές, ότι τίποοτε δεν
είναι αρετή ουδέ κακία, αλλά νομίζονται αγαθά μόνον με την γνώμην,
πράγμα το οποίον, όπως δεικνύει ο αληθής λόγος, είναι μεγίστη ασέβεια
και αδικία.
7. Αλλά θεωρούμεν ως απαραβίαστον ειμαρμένην, τας αξίας ανταμοιβάς δια τους εκλέγοντας τα αντίθετα.
8.
Διότι ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπον, όπως τα άλλα ζώα τα οποία δεν
δύνανται να πράξουν τίποτε κατά προαίρεσιν˙ διότι δεν θα ήτο άξιος
αμοιβής ή επαίνου, εφόσον δεν θα εξέλεγε μόνος του το αγαθόν, αλλ’
έγινε αγαθός, ούτε, εάν ήτο κακός, θα έβρισκε δικαίως τιμωρίαν, αφού δεν
ήτο αφ’ εαυτού τοιούτος, αλλά δεν ηδύνατο να είναι τίποτε άλλο από ό,τι
έγινεν
ΒΙΟΣ ΜΟΡΦΩΣΗ: Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, γνωστός και ως Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και
Ιουστίνος Καισαρείας, γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Σαμάρειας (σήμερα
Ναμπλούς) στις αρχές του 2ου αιώνα. Γιος ελληνόφωνων μη Ιουδαίων, πιθανώς
Ρωμαίων, [πατέρας του ήταν ο Πρίσκος Βάκχιος], που φρόντισαν ώστε ο Ιουστίνος
να λάβει εξαιρετική θεολογική αλλά και φιλοσοφική μόρφωση, η οποία ωστόσο δεν
ήταν αρκετή για να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που έθετε η ανήσυχη ψυχή του.
Έλαβε ευρεία φιλοσοφική μόρφωση από τις σχολές των Στωικών, των πλατωνιστών,
του πυθαγορισμού και της περιπατιτικής σχολής. Ο Συναξαριστής βεβαιώνει ότι
παρά τη μόρφωσή του τίποτε δεν ικανοποιούσε τη δίψα του να γνωρίσει τον αληθινό
Θεό. Έτσι, ο Θεός, βλέποντας την αγνότητα και την ειλικρινή πρόθεση των
αναζητήσεών του, ανταποκρίθηκε θαυμαστά.
Η θεωρία του σπερματικού λόγου στη θεολογία του Ιουστίνου του Φιλοσόφου
Ένα δυνατό κείμενο αγαπητοί μου αναγνώστες, με ξεκάθαρη και ορθόδοξη
δέουσα γλώσσα και γραφή. Ευχαριστούμε πολύ τον θεολόγο κ. Αντώνη Νάσιο
για την πρώτη δημοσίευση του κειμένου του, στην αέναη επΑνάσταση. Ο Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος εορτάζει την 1 Ιουνίου εκάστου έτους.
Η θεωρία του σπερματικού λόγου στη θεολογία του Ιουστίνου.
Αντώνης Νάσιος - Θεολόγος, ΜΑ. Θεολογίας
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου
Στα μέσα του δευτέρου αιώνα μ.Χ., μια ομάδα συγγραφέων με παιδεία και
φιλοσοφική κατάρτιση ανέλαβε την υπεράσπιση της χριστιανικής πίστεως
έναντι των ψευδών κατηγοριών που αποτελούσαν και τη βασική αιτία των
διωγμών.
Ο σημαντικότερος απ' αυτούς είναι ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς (πιθ. 100 - περ. 165 μ.Χ.)1, ο οποίος ανέλαβε το δύσκολο έργο της εναρμόνισης του Χριστιανισμού με την ελληνική φιλοσοφία.
Παρά τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό, ο Ιουστίνος αποδεχόταν τον χαρακτηρισμό φιλόσοφος, «φιλόσοφε χαίρε»2, ενώ εξακολουθούσε να φέρει τον φιλοσοφικό τρίβωνα σε ένδειξη της παλαιάς του ιδιότητας.
Ο Ιουστίνος δε θεώρησε ποτέ τη θύραθεν φιλοσοφία και γνώση ως ψεύδος και πλάνη.
Πιστεύει ότι οι αλήθειες των φιλοσόφων προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από
τον προφητικό λόγο, τον οποίο γνώριζαν και αξιοποίησαν ορισμένοι
φιλόσοφοι.3 Επίσης, υποστηρίζει ότι
και οι προ Χριστού φιλόσοφοι στους στοχασμούς τους περιέχουν αλήθειες,
οι οποίες έχουν φανερωθεί σ΄ αυτούς ως «σπέρματα ἀληθείας».4
Σχετικά με τη θεωρία του σπερματικού λόγου, η ορολογία δεν είναι
χριστιανική. Προέρχεται από το λεξιλόγιο της Στωϊκής φιλοσοφίας και τη
χρησιμοποίησε ο Ιουστίνος για απολογητικούς σκοπούς, μιας και ο Μάρκος
Αυρήλιος στον οποίο απευθύνονταν ην Β' Απολογία ήταν οπαδός της Στωϊκής
φιλοσοφίας.5
Σύμφωνα με τη διδασκαλία των Στωϊκών, ο σπερματικός λόγος νοείται είτε ως ο παγκόσμιος και καθολικός θείος λόγος,
είτε ως επί μέρους λόγος. Ως παγκόσμιος και καθολικός λόγος ενυπάρχει
μέσα στην ύλη, συνιστώντας την ενδοκόσμια εκείνη δύναμη, τη θεία αρχή,
που δημιουργεί, διαπερνά και εμψυχώνει όλα τα επί μέρους όντα. Εφόσον ο
κόσμος είναι μια έλλογη ενότητα, είναι φυσικό και τα επί μέρους οργανικά
μέλη του να έχουν τους δικούς τους σπερματικούς λόγους, οι οποίοι
περιέχονται στον καθολικό θείο λόγο. Στον άνθρωπο ο σπερματικός λόγος είναι η ίδια του η ψυχή.
Έτσι ο άνθρωπος απεικονίζει ουσιαστικά ολόκληρο τον κόσμο, όντας ο
ίδιος ένας μικρόκοσμος, εφόσον όλος ο κόσμος νοείται ως σώμα που
εμψυχώνεται και συνέχεται από τον καθολικό και παγκόσμιο λόγο. Έργο των σπερματικών λόγων είναι να διασφαλίζουν την ταυτότητα των ανεικειμένων μέσα από την μεταβολή των όντων, όπως και το ανθρώπινο σπέρμα έχει την ιδιότητα να παράγει όντα όμοια μ’ εκείνο από το οποίο προήλθε το σπέρμα.
Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι στον Στωϊκισμό οι σπερματικοί λόγοι έχουν κυρίως φυσιοκρατικό χαρακτήρα
και αποτελούν τις αρχές της γενέσεως, της συντηρήσεως και της λογικής
ανελίξεως των όντων, ενώ παράλληλα έχουν πανθεϊστικό χαρακτήρα, κάτι που
χαρακτηρίζει ολόκληρη τη στωϊκή φιλοσοφία.6
Η περί σπερματικού λόγου διδασκαλία του Ιουστίνου παρουσιάζει διαφορές έναντι της αντίστοιχης διδασκαλίας των Στωϊκών.
Πρέπει να αποκλείσουμε την ιδέα ότι κατά τον Ιουστίνο ο σπερματικός
λόγος αποτελεί απορροή του καθολικού Λόγου, όπως συμβαίνει με τη Στοά.
Επίσης, πρέπει να αποκλείσουμε και την εκδοχή ότι ο σπερματικός λόγος
αποτελεί μέρος της ανθρώπινης ψυχής, το λογιστικό. Για τον Ιουστίνο ο
σπερματικός λόγος σχετίζεται με τον Λόγο του Θεού, όπως γίνεται λόγος
και στον πρόλογο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου.
Ο σπερματικός λόγος είναι εκείνη η επενέργεια του Λόγου του Θεού, με την
οποία φωτίζοντας τη διάνοια των ανθρώπων, την ανυψώνει και την
καθοδηγεί στην μερική ανεύρεση της αλήθειας.7
Ο Ιουστίνος θέτει στον εαυτό του το εξής ερώτημα˙
εφόσον ο Χριστιανισμός περικλείει όλη την αλήθεια και εμφανίστηκε στη
γη πριν 150 έτη, όλοι όσοι έζησαν πριν τον Χριστό, δεν μετείχαν στην
αλήθεια;
Πάντοτε η ανθρωπότητα μετείχε της αποκαλυπτικής ενέργειας του Λόγου.
Η ενέργεια αυτή δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τη σάρκωση του Υιού,
αλλά και την έλευσή Του στον κόσμο, η ενέργεια φώτιζε τους ανθρώπους.
Όσοι απ αυτούς, όχι μόνο τους άνδρες της Π.Δ. που δέχθηκαν την αποκάλυψη
του άσαρκου Λόγου, αλλά και τους φιλόσοφους που καθοδηγούνταν από το
σπερματικό θείο λόγο, έζησαν σύμφωνα με τις επιταγές της λογικής τους
φύσης ήταν Χριστιανοί και κατ΄ επέκταση δεκτικοί της σωτηρίας.9
Κατά τον Ιουστίνο, σε ορισμένους φιλοσόφους υπήρξε μια ατελέστερη μορφή αποκάλυψης δια των σπερμάτων του Λόγου, «διά τό ἔμφυτον παντί γένει ἀνθρώπων σπέρμα τοῦ Λόγου».10
Η αποκάλυψη εδώ έχει καταχρηστική έννοια. Δηλαδή, δεν πρόκειται για
αποκάλυψη με την κύρια έννοια του όρου, αλλά για ένα είδος φανέρωσης του
Θεού στους φιλοσόφους και κυρίως σ΄ εκείνους που είχαν τις προϋποθέσεις
για κάτι τέτοιο. Η αλήθεια που διδάσκουν οι φιλόσοφοι είναι αποσπασματική, τμηματική και εκφράζει μόνο ένα μέρος της αλήθειας.
Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι τα σπέρματα του Λόγου που υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο είναι θεία δωρεά
και φέρνουν τον άνθρωπο σε κοινωνία με τον Θεό. Ορισμένοι φιλόσοφοι
αξιοποίησαν σε τέτοιο βαθμό τη δωρεά του Θεού και έφθασαν σε σημαντικά
επιτεύγματα: «Οὐχ ὅτι ἀλλότρια ἐστι τά
Πλάτωνος διδάγματα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ΄ ὅτι οὐκ ἔστι πάντη ὅμοια, ὥσπερ
οὐδέ τά τῶν ἄλλων, Στωϊκῶν τε καί ποιητῶν καί συγγραφέων. Ἕκαστος γάρ
τίς ἀπό μέρους τοῦ σπερματικοῦ θείου Λόγου τό συγγενές ὁρῶν καλῶς
ἐφθέγξατο».11
Ο Ιουστίνος υποστηρίζει ότι από όλους τους φιλοσόφους ο Σωκράτης είναι «ὁ πάντων εὐτονώτερος πρός τοῦτο γενόμενος».
Η γνώση του Χριστού από τον Σωκράτη δε σήμαινε προσωπική γνωριμία του
φιλοσόφου με τον Λόγο, ούτε αποκάλυψη κατά το πρότυπο των Προφητών, αλλά
ήταν προϊόν της δύναμης του φυσικού ανθρώπινου λόγου. Έτσι λοιπόν, τις
αλήθειές του ο Σωκράτης «συνῆγε λόγῳ ἀληθεῖ καί ἐξεταστικῶς»12 , δηλαδή δια της λογικής έρευνας και της θεωρίας. Από τη διδασκαλία του Σωκράτη τελικά «οὐδείς ἐπείσθη», παρά το γεγονός ότι όσα είπε είναι προϊόντα του σπερματικού λόγου.13
Τόσο ο Ιουστίνος όσο και άλλοι Απολογητές αναγνωρίζουν στη φιλοσοφική
σκέψη ψήγματα αλήθειας και δε διστάζουν να δανειστούν έννοιες και
εκφράσεις της φιλοσοφίας στις οποίες έδωσαν χριστιανικό περιεχόμενο.
Η περί σπερματικού λόγου θεωρία του Ιουστίνου, αλλά και η εν γένει
θετική στάση που κράτησε έναντι της φιλοσοφίας έθεσαν τις βάσεις για την
έναρξη ενός γόνιμου διαλόγου και ήταν ένα σημείο συνάντησης μεταξύ χριστιανισμού, ελληνισμού
και ιουδαϊσμού. Μέσα από τη σκέψη των Απολογητών βλέπουμε και την πρώτη
ουσιαστική συνάντηση μεταξύ χριστιανικής θεολογίας και ελληνικής
σκέψης.
Βιβλιογραφία
1 Περί του Ιουστίνου βλ. σχετικά
Χρήστου Π., «Ιουστίνος», ΘΗΕ 6(1965)972-973 ˙ Σκουτέρη Κων/νου, Ιστορία
Δογμάτων, τ, Α, Αθήνα 1998, Θεοδώρου Ανδρέα, Ιστορία των Δογμάτων. Η
ιστορία του Δόγματος από των Αποστολικών χρόνων μέχρι της Α΄ εν Νικαία
Οικουμενικής Συνόδου. Μέρος Δεύτερον. Η ιστορία του Δόγματος από της
εποχής των Απολογητών μέχρι του 318 μ.Χ., τ. Α, εν Αθήναις 1978. 2 Ιουστίνου, Διάλογος προς Τρύφωνα Ιουδαίο, P.G. 6, 472A. 3 Ιουστίνου, Απολογία Α', P.G. 6, 396A , 416C-420B. 4 «Παρά πᾶσι σπέρματα ἀληθείας δοκεῖ εἶναι», Ιουστίνου, Απολογία Α΄, P.G. 6, 396Β ˙ Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, σελ. 222. 5 Θεοδώρου Α., Ιστορία Δογμάτων, σελ. 47. 6 Θεοδώρου Α., Ιστορία Δογμάτων,
47-48 ˙ Μαρτζέλος Γ., «Η θεολογία του σπερματικού λόγου και η σημασία
της για τους θεολογικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους», Διεθνές
Διαθησκειακό Συμπόσιο “Ορθόδοξη προσέγγιση για μια θεολογία των
Θρησκειών”, Θεσσαλονίκη 14-15 Μαρτιου 2013. 7 Θεοδώρου, Ιστορία Δογμάτων, 48-49. 8 Ιουστίνου, Απολογία Α', P.G. 6,397C. 9 Θεοδώρου, Ιστορία Δογμάτων, σελ. 50. 10 Ιουστίνου, Απολογία Β', P.G. 6,457Α. 11 Ιουστίνου, Απολογία Β’, P.G. 6,465B-C ˙ Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, σελ. 222-223. 12 Ἰουστίνου, Ἀπολογία Α’, P.G. 6, 336Β. 13 Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, σελ. 223.
Επιτρέπεται η ελεύθερη χρήση του υλικού
με αναφορά στην πηγή προέλευσής του.
Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, γνωστός και ως Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και
Ιουστίνος Καισαρείας (πιθ. 100 - περ. 165 μ.Χ.) ήταν χριστιανός
φιλόσοφος και απολογητής, ο οποίος μεταστράφηκε από τον παγανισμό. Τα
έργα του αντιπροσωπεύουν τις αρχαιότερες σωζόμενες Χριστιανικές
απολογίες αξιόλογου μεγέθους.
Ἰουστῖνον κώνειον ἦρεν ἐκ βίου,
Ὡς εἴθε πρῶτον τοὺς πιεῖν δεδωκότας.
Πρώτῃ Ἰουνίου Ἰουστῖνε ἐλλεβορίζῃ.
Βιογραφία
Ο Άγιος Ιουστίνος γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης το 100
μ.X. αι. Οι γονείς του, Έλληνες ειδωλολάτρες (τον πατέρα του έλεγαν
Πρίσκο Βάκχιο), φρόντισαν ώστε ο Ιουστίνος να λάβει εξαιρετική θεολογική
αλλά και φιλοσοφική μόρφωση, η οποία ωστόσο δεν ήταν αρκετή για να
δώσει απάντηση στα ερωτήματα που έθετε η ανήσυχη ψυχή του.
Ο Θεός βλέποντας την αγνότητα και την ειλικρινή πρόθεση των αναζητήσεών
του, ανταποκρίθηκε θαυμαστά. και κάποια ημέρα πού ο Ιουστίνος βάδιζε
κοντά στη θάλασσα, συνάντησε ένα γέροντα, ο οποίος ήταν βαθύτατα
καταρτισμένος στις αλήθειες των Θείων Γραφών, ο οποίος μετά το διάλογο
δίδαξε στον Άγιο τη χριστιανική διδασκαλία.
Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος Πίος, ο Ιουστίνος μετέβη στη Ρώμη,
όπου παρέδωσε στον αυτοκράτορα απολογία, στην οποία εξέθετε τις βασικές
διδασκαλίες του Χριστιανισμού και αναιρούσε όλες τις εναντίον των
χριστιανών κατηγορίες και αποδείκνυε την πλάνη των ειδώλων,
χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από την Αγία Γραφή. Δια την ενέργειά του
αυτή, εκλήθη και Απολογητής.
Η χριστομίμητη όμως δράση του Ιουστίνου, ο οποίος δεν έπαυε να κηρύττει
το λόγο του Θεού και να συγγράφει έργα απολογητικού και ποιμαντικού
χαρακτήρα προκάλεσε τη μήνι των ειδωλολατρών. Για το λόγο αυτό ο μέγας
φιλόσοφος και ευσεβής χριστιανός συνελήφθη και αφού υπέστη διάφορα
βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκε το 165 μ.X. αναδεικνυόμενος όχι μόνο
απολογητής της ορθόδοξης πίστης αλλά και αθλοφόρος μάρτυρας. (Ορθόδοξος
Συναξαριστής)
Τον αληθή, της ευσεβείας κήρυκα, και ευκλεή, των μυστηρίων ρήτορα,
Ιουστίνον τον φιλόσοφον, μετ' εγκωμίων ευφημήσωμεν δυνάμει γαρ σοφίας τε
και χάριτος, τον λόγον κατετράνωσε της πίστεως, αιτούμενος πάσι θείαν
άφεσιν.
Μεγαλυνάριον
Χάριτι σοφίας καταυγασθείς, ως αυτοσοφίαν, εθεράπευσας τον Χριστόν, υπέρ
ου ενδόξως, αθλήσας Ιουστίνε, συν τούτω εις αιώνας, δοξάζη ένδοξε.
Έργα του Ιουστίνου σε νεοελληνική μετάφραση
Άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος, Πρός τους Έλληνες Λόγος παραινετικός προς
τους Έλληνες. Περί μοναρχίας. Ερωτήσεις Ελλήνων και απαντήσεις
χριστιανών, μετάφραση: Νικόλαος Καλομπάτσος, Πρότυπες Θεσσαλικές
Εκδόσεις, 2008
Ιουστίνος, εισαγωγή, μετάφραση , σχόλια του Παναγιώτη Χρήστου,
Απολογητές τομ. 1, εκδ. Πατερικές εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς,Θεσσ/ίκη
1985
Βίντεο: Ο επίσκοπος πρ. Ερζεγοβίνης και Ζαχουμίου Αθανάσιος
(Γιέφτιτς) σε συνέντευξή του στην Πεμπτουσία μιλά για το πρόσωπο και το
έργο του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς.
Μάρτυρας Γέννηση 100 Φλαβία Νεάπολις, Ιουδαία (σύγχρονο Ναμπλούς) Κοίμηση 165 Ρώμη Τιμάται από Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία Ανατολική Ορθοδοξία Αγγλικανική Κοινωνία Λουθηρανισμό Εορτασμός 1 Ιουνίου 14 Απριλίου (Ρωμαιοκαθολικό εορτολόγιο 1882-1969)
Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, γνωστός και ως Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Ιουστίνος Καισαρείας (πιθ. 100 - περ. 165 μ.Χ.) ήταν χριστιανός φιλόσοφος και απολογητής, ο οποίος μεταστράφηκε από τον παγανισμό. Τα έργα του αντιπροσωπεύουν τις αρχαιότερες σωζόμενες Χριστιανικές απολογίες αξιόλογου μεγέθους.
Πίνακας περιεχομένων
1 Βιογραφία 1.1 Η στροφή του στον Χριστιανισμό 1.2 Το μαρτύριό του 2 Η φιλοσοφία και η θεολογία του Ιουστίνου 2.1 Η περί σπερματικού λόγου διδασκαλία του 2.2 Ο Ιουστίνος απένατι στην ελληνική φιλοσοφία 2.3 Ο Θεός και η δημιουργία του κόσμου 2.4 Ανθρωπολογία 3 Τα έργα του 4 Υποσημειώσεις 5 Έργα του Ιουστίνου σε νεοελληνική μετάφραση 6 Πηγές 7 Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Βιογραφία
Γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Σαμάρειας (σημερινή Ναμπλούς) (την αρχαία Συχέμ) στις αρχές του 2ου αιώνα.[1] Γιος ελληνόφωνων μη Ιουδαίων (πιθανώς Ρωμαίων παγανιστών), έλαβε ευρεία φιλοσοφική μόρφωση από τις σχολές του στωικισμού, της περιπατικής, του πυθαγορισμού και του πλατωνισμού. Σπούδασε ρητορική και φολοσοφία στις σχολές της Γάζας και των Αθηνών.[2] Η στροφή του στον Χριστιανισμό
Στην αρχή εθνικός, αργότερα ασπάστηκε ένθερμα τον Χριστιανισμό, μετά από συζήτηση με έναν γέροντα-πιθανώς στην Αθήνα περί το 135 μ.Χ[3]- σχετική με τις πλατωνικές δοξασίες για τη μετεμψύχωση και την αθανασία της ψυχής.[4] Αυτός του συνέστησε να διαβάσει τα βιβλία των προφητών και των αποστόλων.[5] Όταν πήγε στη Ρώμη, παρέδωσε στον τότε αυτοκράτορα Αντωνίνο Πίο απολογία της χριστιανικής του πίστης. Εκεί ίδρυσε δική του σχολή, συνδυασμένη με τη λατρευτική πράξη. Οι μαθητές του ήταν ολιγάριθμοι, κυρίως μικρασιατικής και ιδίως φρυγικής καταγωγής. Μεταξύ αυτών ήταν ο Τατιανός και πιθανώς ο Ειρηναίος.[6] Το μαρτύριό του
Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες Πράξεις Ιουστίνου, συνελήφθη για τη χριστιανική του πίστη και, αφού βασανίστηκε, αποκεφαλίστηκε περίπου το 165 μ.Χ., επί εποχής Μάρκου Αυρηλίου.[7] Το πιθανώτερο ήταν να συντέλεσε στη σύλληψή του ο κυνικός φιλόσοφος Κρήσκης, ο οποίος έβλεπε να αυξάνει το φιλοσοφικό κύρος του Ιουστίνου.[8] Θεωρείται και εορτάζεται ως άγιος από την Ορθόδοξη, την Καθολική και τη Λουθηρανική Εκκλησία την 1η Ιουνίου. Στο κοιμητήριο της Πρίσκιλλας στη Ρώμη βρέθηκε η ενεπίγραφη πλάκα που κάλυπτε τον τάφο του, με την επιγραφή: Μ(άρτυς) Χ(ριστού) (Ι)ΟΥCTINOC.[9] Η φιλοσοφία και η θεολογία του Ιουστίνου
Ο Ιουστίνος ξεκινά από ένας μεσοπλατωνικός φιλόσοφος για να κατλήξει στον Χριστιανισμό.[10] Η περί σπερματικού λόγου διδασκαλία του
Κατά τον Ιουστίνο η πλήρης και αιώνια αλήθεια είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Η χάρη του Θεού παραχώρησε σπέρμα της αλήθειας αυτής τόσο στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, όσο και στους Έλληνες φιλοσόφους.[11] Ετσι, οτιδήποτε διατυπώθηκε από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και δεν περιέχει αντιφάσεις αλλά είναι αληθές, είναι χριστιανικό.[12] Η επιλεκτική αυτή στάση καθοριζόταν από την πεποίθηση κατοχής της αλήθειας στην πληρότητά της.[13] Ο Ιουστίνος απένατι στην ελληνική φιλοσοφία