Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Αρχιμανδρίτης π. Αθανάσιος Μυτιληναίος - Ιερά Μονή Κομνηνείου Στομίου Λαρίσης

Ο Αρχιμανδρίτης π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Καθηγούμενος της Ι. Μ. Κομνηνείου (Στομίου Λαρίσης) υπήρξε ένας από τους πιο διακεκριμένους και δημοφιλέστερους Ορθόδοξους ομιλητές του 20ου αιώνος.
Ο λόγος του πάντοτε μεστός, προσεγμένος, επιστημονικός αλλά συνάμα κατανοητός και προσιτός ακόμη και για τους πλέον απλοϊκούς ακροατές του.

Όντως μπορεί να χαρακτηριστεί ως θεολογικός και πεφωτισμένος, που έθρεψε και τρέφει πλήθη πνευματικά πεινασμένων ανθρώπων.
Εκτός από τον θησαυρό των εκατοντάδων ομιλιών του ας έχουμε και την ευχή του...


Ομιλίες του π. Αθανασίου μπορείτε να ακούσετε στην ιστοσελίδα www.arnion.gr 
και στην ιστοσελίδα www.impantokratoros.gr



Σύντομη βιογραφία
    Τήν 23ην Μαΐου 2006 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (Κομνηνείου) Κισσάβου πατήρ Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος μετά μακράν δοκιμασίαν τῆς ὑγείας του καί ἄγων τό 79ον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἐγεννήθη εἰς τήν Κηφισιάν τό 1927 ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Γεώργιον καί τήν Εὐφροσύνην, οἱ ὁποῖοι διεκρίνοντο διά τήν πίστιν των εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν, τήν ἀγάπην πρός τόν πλησίον, τήν τιμιότητα, τήν μεγάλην ἐργατικότητα καί ἐν γένει εἰς τήν χριστιανικήν βιοτήν καί τό ἦθος. Ὀλιγογράμματοι καί οἱ δύο, ὅμως πλούσιοι εἰς πνευματικότητα, ἀνέθρεψαν τά τέκνα των Γραμματικήν καί Ἀθανάσιον μετά ἐπιμελείας καί ὑπευθυνότητος. Τοῦτο ἀπετυπώθη εἰς τήν ζωήν τῶν τέκνων των, κατά τήν πορείαν τοῦ βίου των.

    Ὁ πατήρ Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος ἐκ μικρᾶς ἡλικίας ἔδειξε τάς ἀπαρχάς τῆς Ἱερατικῆς του κλίσεως μαζί μέ ἄλλας κλίσεις πρός τήν τέχνην καί τήν ἐπιστήμην τῆς συγχρόνου τεχνολογίας. Τελικῶς ὑπερίσχυσεν ἡ πρός τόν Θεόν ἀφιέρωσις. Τό 1960, ὅταν ἐξελέγη Μητροπολίτης Λαρίσης ὁ ἐφημέριος τῆς ἐνορίας του πατήρ Ἰάκωβος Σχίζας, τόν ἠκολούθησεν εἰς τήν Λάρισαν καί ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐκάρη Μοναχός, ἀκολούθως δέ ἱερεύς. Ἔτσι, μίαν δεκαετίαν εἰργάσθη ὡς βοηθός ἱεροκήρυκος εἰς τήν Λάρισαν, διαπρέψας εἰς τόν κηρυττόμενον εὐαγγελικόν λόγον καί τήν πνευματικήν καθοδήγησιν τοῦ λαοῦ τοῦ θεοῦ.
    Ἀπό τό 1970 ἀπεσύρθη εἰς τήν Ἱεράν Μονήν τῆς μετανοίας του, χωρίς νά παύση τό κηρυκτικόν ἔργον του ἐν Λαρίσῃ καί Θεσσαλίᾳ. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐργώδους προσπαθείας του ἦτο ἡ προσέλκυσις νέων εὐσεβῶν εἰς τόν Μοναχισμόν καί τήν ἱερωσύνην καί τήν δημιουργίαν ἀδελφότητος, ἡ ὁποία διέλαμψε μέ τό ἦθος καί τήν πίστιν της κατά τόν ἀκολουθήσαντα χρόνον μέχρι τῆς σήμερον. Ὁ πατήρ Ἀθανάσιος ἠναλώθη εἰς τό ἔργον τῆς στηρίξεως τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας, τήν χειραγώγησιν τῆς νεότητος, τήν ἀνάπτυξιν ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως εἰς τόν λαόν καί μορφώσεως αὐτοῦ διά τῆς προσφορᾶς πλουσίου τοῦ θείου λόγου. Αὐτήν τήν στιγμήν κυκλοφοροῦν δύο χιλιάδες ὁμιλίαι του μέ ἑρμηνείαν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Χρονικῶς ὑπερβαίνουν τά 35 ἔτη ἀναπτύξεως τά ἐν λόγῳ ἱερά κείμενα.
    
    Ἡ χαρισματική δύναμις τῶν κηρυγμάτων του ἔφερε τόσους εἰς μετάνοιαν καί ἐπίγνωσιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας, ὥστε νά ὑπερβῆ ἡ περί τούτου φήμη τόν τόπον τῆς Θεσσαλίας. Αἱ ὁμιλίαι του ἐστάλησαν κατά χιλιάδας εἰς Ἀνατολήν καί Δύσιν καί εἶναι περιζήτητος αὐτήν τήν στιγμήν.

    Ἠγάπησεν ὁ πατήρ Ἀθανάσιος τόν Ἅγιον Τριαδικόν Θεόν καί τήν ζῶσαν εἰκόνα Του, τόν ἄνθρωπον, τόσον, ὥστε νά μή φεισθῇ τήν ὑγείαν του καί αὐτήν τήν ζωήν. Πράγματι, ὅταν νέος ἔφευγε διά τόν τόπον, ὅπου τόν ἐκάλεσεν ὁ Θεός, εἶπε:  Πηγαίνω ἐκεῖ εἰς τήν Λάρισαν νά διακονήσω τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, δηλ. νά πεθάνω. Αὐτό ἐξηγεῖ καί τήν μεγάλην ἀγάπην τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ πρός τόν πνευματικόν του πατέρα Ἀθανάσιον. Λαόν, ὁ ὁποῖος ἐξεχύθη εἰς τάς πλαγιάς τοῦ Κισσάβου καί τόν περίβολον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κομνηνείου, διά νά κυκλώση τό ἱερόν σκήνωμά του, νά τό κατασπαστῇ καί τοῦ ἀντιπροσφέρῃ τά δάκρυα τῆς χαρμολύπης του, πρός τόν εὐεργέτην του καί ἱκέτην πρός τόν Θεόν ὑπέρ τῆς σωτηρίας του.
Πάτερ Ἀθανάσιε, φρούρει ἄνωθεν τόν πιστόν λαόν
καί εὔχου ὑπέρ αὐτοῦ ἀγωνιζομένου. 

Γράφει ο π. Μελέτιος Βαδραχάνης, αρχιμαδρίτης:
ΠΑΤΗΡ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ
Ἕνα πρόσωπο γνωστό ὄχι μόνο στήν μητρόπολη Λαρίσης, ὅπου διακόνησε, ὄχι μόνο ἐντός τῆς χώρας μας, ἀλλά γνωστό καί ὅπου ἀνά τόν κόσμο ὑπάρχουν Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Ἕνα πρόσωπο πού ἀνέδειξε τό κήρυγμα, καλλιέργησε καί διέδωσε στόν πολύ λαό τήν Θεολογία τῆς Πίστεώς μας, διευκρίνησε τά πάντα γιά τήν Πίστη καί τό ἦθος, πού πρέπει νά ἔχουν οἱ Χριστιανοί.
Ὁ π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος γεννήθηκε τό 1927 καί κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ τό 2006. Στή Λάρισα ἦρθε τό 1960 καί στήν Ἱερά Μονή Κομνηνείου ἐγκαταστάθηκε τό 1970. Καί πρίν ἀνέλθη στήν Ἱερά Μονή Κομνηνείου, ὡς ἱεροκήρυκας στήν Λάρισα, καί ἀφοῦ ἀνῆλθε, συνέχιζε νά κατέρχεται καί νά κηρύττει, συνολικά ἐπί 46 ὁλόκληρα χρόνια, στήν τοπική μητρόπολη τῆς Λαρίσης τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά καί ἐκτός τῆς Μητροπόλεως Λαρίσης τά κηρύγματά του διαδόθηκαν σέ ὅλο τόν κόσμο μέ κασσέτες καί CD, πού κυκλοφόρησαν καί κυκλοφοροῦν ἱδρύματα, πολλοί πιστοί, ραδιοφωνικοί σταθμοί, ἱστοσελίδες καί ἱστολόγια στό διαδίκτυο. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις τῆς διαδόσεως αὐτῆς εἶναι τό ἵδρυμα «Ἀπόστολος Βαρνάβας» καί ὁ κ. Παπαδόπουλος Γ. Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἔχει κάνει ἔργο καί σκοπό τῆς ζωῆς του, ἐδῶ καί χρόνια, τή συστηματική καί καλλιτεχνική ἀναπαραγωγή σέ κασσέτες καί τελευταίως σέ CD τῶν ὁμιλιῶν τοῦ π. Ἀθανασίου.
Ἀπό τό 1972 καί μετά ἔχουν καταγραφεῖ σέ μαγνητόφωνο 5000 ὁμιλίες τοῦ π. Ἀθανασίου, ὡριαῖες καί ἡμίωρες, κυκλοφοροῦν δέ σέ CD–mp3 2500, τοποθετημένες σέ ὡραῖο βαλιτσάκι ἀπό τόν Β. Παπαδόπουλο. Οἱ συνολικές ὁμιλίες τοῦ π. Ἀθανασίου ὑπῆρξαν πολύ περισσότερες, ἀλλά ἀπό τό 1960, πού ἦρθε στήν Λάρισα, μέχρι τό 1972 δέν μαγνητοφωνοῦνταν.
Ὁ π. Ἀθανάσιος ὑπῆρξε μεγάλος, γλαφυρός καί ἑλκυστικός ἱεροκήρυκας, ἀλλά δέν ἀσχολήθηκε μέ τό γραπτό κήρυγμα. Τελευταῖα ὅμως, ἡ ἀδελφότητα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κομνηνείου ἄρχισε νά ἀσχολεῖται μέ τήν ἀπομαγνητοφώνηση καί καταγραφή τῶν ὁμιλιῶν, ὥστε νά μποροῦν οἱ πιστοί νά προσεγγίζουν τήν διδαχή του καί μέσω τοῦ γραπτοῦ λόγου. Ἔτσι στοιχειοθετήθηκε ἐπίτομος περιληπτική ἑρμηνεία τῆς Ἀποκαλύψεως, τό 2008 κυκλοφόρησαν ἀπομαγνητοφωνημένες τρεῖς ὁμιλίες του «Περί Αἱρέσεων» καί τό 2009 ἄλλες ὁμιλίες του μέ τίτλο «Λόγοι Ἀφυπνίσεως». Ὅλα ἔχουν ἐκδοθεῖ καί διατίθενται ἀπό τίς Ἐκδόσεις Ὀρθοδόξου Κυψέλης στήν Θεσσαλονίκη (τηλ. 2310.212659– φαξ. 2310.207340).
Συνιστοῦμε ἐκθύμως στούς ἀδελφούς ἐν Χριστῷ τήν μελέτη τους καί παρακαλοῦμε τούς Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κομνηνείου νά μᾶς χαρίσουν ἀπομαγνητοφωνημένες, εἰ δυνατόν, ὅλες τίς σωσμένες ὁμιλίες του.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Ἀντίφωνα τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης


Ἀντίφωνον Θ΄
«Ἔστησαν τά τριάκοντα ἀργύρια τήν τιμήν τοῦ τετιμημένου, ὅν ἐτιμήσαντο ἀπό υἱῶν Ἰσραήλ. Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τό μέν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής· διά τοῦτο γρηγορεῖτε!»
Τοποθέτησαν τά τριάκοντα ἀργύρια σάν ἀντίτιμο τοῦ ἀνεκτίμητου (Κυρίου), τοῦ ὁποίου τήν τιμή καθώρισαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ. Ἐσεῖς νά μένετε ἄγρυπνοι καί νά προσεύχεσθε, γιά νά μήν μπεῖτε σέ πειρασμό· διότι ἡ μέν ψυχή εἶναι πρόθυμη, ἡ σάρκα ὅμως εἶναι ἀδύνατη καί εὔκολα μπορεῖ νά ὑποκύψει. Γιά τοῦτο νά ἐπαγρυπνεῖτε.
Τό ἀντίφωνο ἐπανέρχεται στήν ἀνάγκη ἐπαγρυπνήσεως καί προσευχῆς. Εἶναι τά δύο μεγάλα ὅπλα, τά ὁποῖα καθορίζουν τή νίκη τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα κατά τοῦ διαβόλου καί τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τῆς ἁμαρτίας. Εἶναι ὅμως καί δυνάμεις στηρίξεως τοῦ συνεκτικοῦ ἱστοῦ τῆς πνευματικῆς ὑπάρξεως, ρυθμιστικές τῆς διαπάλης ὅπου ὑπάρχει, μεταξύ σώματος καί ψυχῆς. Καί ἡ μέν ψυχή ἀγαπᾶ τά θεῖα καί τά ἐπουράνια καί εἶναι πρόθυμη νά παλέψει γιά τή σωτηρία της. Ἡ σάρκα ὅμως, δηλαδή ἡ ὑλική φύση, εἶναι ἀσθενής, εὐκόλως ὑποκύπτουσα στά πάθη καί τήν ἁμαρτία. Γιά τοῦτο οἱ πιστοί πρέπει νά εἶναι συνεχῶς ἄγρυπνοι, νά ἀντικρούουν τίς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ καί νά προσεύχονται στό Θεό νά τούς ἐνδυναμώνει στόν πνευματικό ἀγώνα τους. Ἡ ἀγρυπνία καί ἡ προσευχή βρίσκονται στήν καρδιά τῆς ὀρθόδοξης ἀσκητικῆς. Χωρίς αὐτές κανένας πνευματικός ἀγώνας δέν κερδίζεται.
 «Ἔδωκαν εἰς τό βρῶμά μου χολήν καί εἰς τήν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος· σύ δέ, Κύριε, ἀνάστησόν με, καί ἀνταποδώσω αὐτοῖς».
Μοῦ ἔδωσαν (λέγει ὁ Χριστός) ἀντί φαγητοῦ χολή καί, ὅταν διψοῦσα, μέ πότισαν ξύδι· σύ δέ, Κύριε, ἀνάστησέ με (ἀπό τόν τάφο) καί θ᾽ ἀνταποδώσω σ᾽ αὐτούς (σύμφωνα μέ τά ἀπάνθρωπα ἔργα τους).
 Ἡ κακουργία τῶν σταυρωτῶν ἦταν εἰδεχθής καί ἀποτρόπαιος. Στό στόμα, πού γέμισε τήν Παλαιστίνη μέ τή θεσπέσια διδασκαλία του, στό μεγάλο θαυματοποιό, πού γέμισε στήν ἔρημο τά πεινασμένα στομάχια χιλιάδων λαοῦ, ὅταν πείνασε τοῦ ἔδωσαν ἀντί φαγητοῦ χολή· καί ὅταν δίψασε, τοῦ ἔδωσαν νά πιεῖ ξύδι. Σύ Κύριε ὅμως, λέγει ὁ Χριστός στόν οὐράνιο Πατέρα του, μέ κάποιον τόνο «ἐκδικητικότητας», ἀνάστησέ με ἀπό τόν τάφο καί, σάν δίκαιος κριτής, θά ἀνταποδώσω σ᾽ αὐτούς σύμφωνα μέ τά ἄνομα ἔργα τους. Ἡ δίκαιη τιμωρία εἶναι πάντοτε ἡ κατάληξη τῆς παρανομίας.
Τά ἀντίφωνα μετά τήν ἀνάγνωσιν τοῦ Δ’ Εὐαγγελίου
(Ἰωάν. 18, 28- 19, 16)
Ἀντίφωνον Ι’
 «Ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον γυμνός εἰς κρίσιν ἵστατο καί ἐν σιαγόνι ῥάπισμα ἐδέξατο ὑπό χειρῶν ὧν ἔπλασεν· ὁ δέ παράνομος λαός τῷ σταυρῷ προσήλωσε τόν Κύριον τῆς δόξης· τότε τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη· ὁ ἥλιος ἐσκότασε, μή φέρων θεάσασθαι Θεόν ὑβριζόμενον, ὅν τρέμει τά σύμπαντα. Αὐτόν προσκυνήσωμεν».
 Αὐτός, πού ντύνεται τό φῶς σάν ἱμάτιο, στεκόταν γυμνός γιά νά δικαστεῖ καί στό σαγόνι του δέχτηκε ράπισμα ἀπό τά χέρια, πού ὁ ἴδιος ἔπλασε· ὁ παράνομος ὅμως λαός κάρφωσε στό σταυρό τόν Κύριο τῆς δόξης. Τότε τό παραπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίστηκε, καί ὁ ἥλιος σκοτίστηκε μή ἀνεχόμενος νά βλέπει Θεό ὑβριζόμενο, τόν ὁποῖο τρέμουν τα σύμπαντα. Αὐτόν ἄς προσκυνήσουμε.
 Τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ εἶναι φοβερά ἀντινομικό καί ἀκατανόητο. Ἔχουμε ἄραγε σκεφτεῖ τί σημαίνει νά πεθαίνει ὁ Θεός; Οἱ Ἰουδαῖοι σκανδαλίζονται γι᾽ αὐτό, γνωρίζοντας τό μεγαλόπρεπο καί παντοδύναμο Θεό τῆς Π. Διαθήκης, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες, πού δούλευε πολύ τό μυαλό τους, τό θεωροῦσαν μωρία. Σ᾽ ἕνα ἀπό τά δύο ἡ καί στά δύο, θά καταλήξει ὁ καθένας, ἄν βάλει τό μυαλό του σάν μέτρο νά κρίνει τά ἀπόρρητα καί ἀκατάληπτα.
 Ἕνας Θεός τόσο μεγαλόπρεπος, ὥστε νά εἶναι ντυμένος τό φῶς, δικάζεται γυμνός ἀπό ἀνθρώπους παράνομους! Δέχεται τά ραπίσματα τοῦ πλάσματος, τή χλεύη καί τούς ἐμπτυσμούς τῶν «λογικῶν» ποιημάτων του! Καί στό τέλος καρφώνεται στό ξύλο σάν κακοῦργος ἐπονείδιστος!
 Τό θέαμα εἶναι ἀλγεινό. Μπροστά στήν τόση ἀχαριστία τοῦ πλάσματος, μπροστά στό τόσο κραυγαλέο ἀνοσιούργημα, σπαράζεται ἡ ἴδια ἡ φύση, πού βλέπει τόν πλάστη της δοσμένο σέ μιά τόσο μεγάλη ἀτίμωση. Τινάσσεται ἡ παλιά θεία οἰκονομία, τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίζεται στά δύο, ἀπό πάνω ἕως κάτω. Ὁ ἥλιος χάνει τό φῶς του, τρέμει ὁλόκληρη ἡ πλάση. Κι ἄς εἶναι ὅλ᾽ αὐτά στοιχεῖα ἄλογα! Τό γεγονός ὅτι εἶναι κτισμένα στή θεία ἐνέργεια, τά ὁδηγεῖ κοντά στόν πλάστη τους, τά κάνει νά παίρνουν μέρος, μέ τόν τρόπο τους φυσικά, στό κοσμικό δράμα τοῦ Γολγοθᾶ. Καί ὁ ἄνθρωπος ὁ λογικός μένει ἐγκλωβισμένος στά δεσμά τῆς μωρίας του! Μακρόθυμε Κύριε, δόξα σοι!
 «Ὁ μαθητής ἠρνήσατο, ὁ λῃστής ἐβόησε∙ Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».
 Ὁ μαθητής (ὁ Πέτρος) ἀρνήθηκε τό Διδάσκαλο, κι ὁ ληστής κραύγασε: Ἐνθυμήσου με, Κύριε, στή βασιλεία σου.
Ἀντίφωνον ΙΒ΄
«Τάδε λέγει Κύριος τοῖς Ἰουδαίοις· Λαός μου, τί ἐποίησά σοι ἤ τί σοι παρηνώχλησα; τούς τυφλούς σου ἐφώτισα, τούς λεπρούς σου ἐκαθάρισα, ἄνδρα ὄντα ἐπί κλίνης ἠνωρθωσάμην. Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, καί τί μοι ἀνταπέδωκας; Ἀντί τοῦ μάννα χολήν∙ ἀντί τοῦ ὕδατος ὄξος· ἀντί τοῦ ἀγαπᾶν με σταυρῷ με προσηλώσατε. Οὐκέτι στέγω λοιπόν· καλέσω μου τά ἔθνη κἀκεῖνα με δοξάσουσι σύν τῷ Πατρί καί τῷ Πνεύματι· κἀγώ αὐτοῖς δωρήσομαι ζωήν τήν αἰώνιον».
 Αὐτά λέγει ὁ Κύριος στούς Ἰουδαίους: Λαέ μου, τί σου ἔκανα ἤ σέ τί σέ ἐνώχλησα; Στούς τυφλούς σου χάρισα τό φῶς, τούς λεπρούς σου καθάρισα (ἀπό τή λέπρα), σήκωσα ἄντρα πού ἦταν στό κρεβάτι (παράλυτος). Λαέ μου, τί σοῦ ἔκανα καί τί μου ἀνταπόδωσες; Ἀντί τοῦ μάννα, μοῦ ἔδωσες χολή, καί ἀντί τοῦ ὕδατος (στήν ἔρημο) μοῦ ἔδωσες ξύδι, καί ἀντί νά μέ ἀγαπᾶτε, μέ καρφώσατε στό σταυρό. Λοιπόν, δέ σᾶς ὑποφέρω πιά· θά καλέσω τούς εἰδωλολάτρες (πού εἶναι κι αὐτοί παιδιά μου) κι ἐκεῖνοι (ἀφοῦ πιστέψουν σέ μένα) θά μέ δοξάσουν μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεύμα· κι ἐγώ θά δωρήσω σ᾽ αὐτούς τήν αἰώνια ζωή.
 Τό ἀντίφωνο παρεισάγει τόν Ἰησοῦ νά διαλέγεται μέ τούς Ἑβραίους. Ἔχοντας μέσα του μεγάλο πόνο ψυχῆς γιά τή σκληράδα καί τήν ἀχαριστία τους, τούς ρωτᾶ: Λαέ μου, τί κακό σοῦ ἔκανα καί κατά τί σέ στεναχώρησα; Ἐγώ σοῦ ἔκανα πολλές εὐεργεσίες. Θεράπευσα τούς ἀρρώστους σου καί σήκωσα τόν παράλυτο ἀπό τό κρεβάτι του. Τί σοῦ ἔκανα, ὥστε νά δικαιολογεῖται ἡ ἀχάριστη συμπεριφορά σου; Ὅταν εἴσασταν στήν ἔρημο περιπλανώμενοι, ἐγώ σᾶς χόρτασα μέ τό μάννα, καί ὅταν διψούσατε, σᾶς πότισα μέ δροσερό νερό ἀπό τήν σκληρή πέτρα. Καί τώρα τί κάνετε ἐσεῖς γιά μένα; Μοῦ δώσατε χολή καί ξύδι. Καί ἀντί νά μοῦ δείξετε εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη, μέ σταυρώσατε.
 Μήν παίζετε μέ τήν ἀνοχή καί τή μακροθυμία μου. Σ᾽ ὅλα τά πράγματα ὑπάρχουν ὅρια, καί στή δική μου ἀντοχή. Δέν σᾶς ἀνέχομαι πιά. Σᾶς ἀρνοῦμαι. Καί στή θέση σας θά καλέσω σάν περιούσιο λαό μου τούς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι θά μέ δεχτοῦν ὡς Μεσσία τους, θά μέ πιστέψουν καί θά μέ δοξάσουν μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί σ᾽ αὐτούς θά χαρίσω τήν αἰώνια ζωή τῆς θείας βασιλείας μου.
 Φοβερό! Καί ὅμως ὁ Θεός μπορεῖ ν᾽ ἀρνηθεῖ τό πλάσμα του! Ἡ ἄπειρη ἀγαθοδωρία του «στερεύει» μπροστά στήν πεισμοσύνη, τή σκληράδα καί τήν ἀχαριστία τοῦ πλάσματος. Ἡ θεία ἀγαθοσύνη δέν εἶναι μονόδρομος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος χάσει τόν ἀνθρωπισμό του, ὅταν ἡ ψυχή του πατηθεῖ ὅπως τό ἄγονο ἔδαφος τῆς παραβολῆς, ὅταν πεισματικά ὑποδουλωθεῖ στήν ἁμαρτία καί σπείρει μέσα του τό θάνατο, τότε μοιάζει μέ τό ξερό κλαδί, πού τό κόβουν οἱ ἄνθρωποι καί τό ρίχνουν στή φωτιά νά καεῖ. Ἡ κόλαση δέν προέρχεται προηγουμένως ἀπό τό Θεό. Εἶναι ἡ φυσική κατάληξη τοῦ πλάσματος, πού ἀρνήθηκε τό Θεό, καί τό ὁποῖο μέ τή σειρά του τό ἀρνεῖται ὁ Θεός!
 Κύριε, λύτρωσέ μας ἀπό τήν πεισμονή τοῦ πνευματικοῦ θανάτου!
Ἀντίφωνον ΙΕ’
«Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τήν γῆν κρεμάσας (τρίς). Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων βασιλεύς. Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τόν οὐρανόν ἐν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τόν Ἀδάμ. Ἥλοις προσηλώθη ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγχη ἐκεντήθη ὁ Υἱός τῆς Παρθένου. Προσκυνοῦμέν σου τά πάθη, Χριστέ (τρίς). Δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν σου ἀνάστασιν».
 Σήμερα κρεμᾶται ἐπάνω στό ξύλο Ἐκεῖνος πού κρέμασε τή γῆ πάνω στά ὕδατα. Στεφάνι ἀπό ἀγκάθια φοράει στήν κεφαλή, Ἐκεῖνος πού εἶναι ὁ βασιλιάς τῶν Ἀγγέλων. Ντύνεται μέ ψεύτικη πορφύρα (βασιλικό ἱμάτιο), αὐτός πού περιβάλλει τόν οὐρανό μέ σύννεφα. Δέχτηκε ράπισμα, Ἐκεῖνος πού στόν Ἰορδάνη (διά τοῦ βαπτίσματός του) ἐλευθέρωσε τόν Ἀδάμ ἀπό τό δεσμό τῆς ἁμαρτίας. Μέ καρφιά καρφώθηκε ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Μέ λόγχη κεντήθηκε ὁ Υἱός τῆς Παρθένου. Προσκυνοῦμε τά πάθη σου Χριστέ. Δεῖξε σέ μᾶς καί τήν ἔνδοξή σου Ἀνάσταση.
Ἡ Ἐκκλησία προσκυνᾶ τά πάθη τοῦ Χριστοῦ. Τά προσκυνᾶ στήν ἀντινομική διάσταση τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ. Προσκυνᾶ Ἐκεῖνον, πού παντοδύναμα κρέμασε τή γῆ πάνω στά ὕδατα, κι ὅμως ὁ ἴδιος κρέμεται ἄδοξα ἐπάνω στό σταυρό. Ἐκεῖνον, πού εἶναι ὁ Κύριος τῶν λειτουργικῶν πνευμάτων του, κι ὅμως τώρα ἀντί βασιλικοῦ διαδήματος, φέρει στό κεφάλι του ἐμπαικτικά στεφάνι πλεγμένο ἀπό ἀγκάθια! Προσκυνᾶ Ἐκεῖνον, πού περιβάλλει τόν οὐρανό μέ σύννεφα, τώρα ὅμως στό σταυρό εἶναι ντυμένος κοροϊδευτικά μέ ψεύτικο βασιλικό μανδύα! Τόν Κύριο, πού μέ τό βάπτισμά του ἁγίασε τά ὕδατα καί ἔσωσε τόν Ἀδάμ ἀπό τή δυνάστευση τοῦ διαβόλου, καί πού τώρα δέχεται βάναυσο ράπισμα στήν παρειά ἀπό ἕναν τιποτένιο ὑπηρέτη! Τό Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας νά καρφώνεται μέ καρφιά ἐπάνω στό ξύλο! Καί τόν Υἱό τῆς Παρθένου νά τρυπιέται μέ λόγχη τήν ἀξία του πλευρά.
 Τά πάθη τοῦ Κυρίου εἶναι λυτρωτικά. Ὡστόσο δέν παύουν νά εἶναι φορτισμένα μέ θλίψη καί ὀδύνη πολλή. Οἱ οὐρανοί θρηνοῦν γιά τό πάθος τοῦ Ποιητῆ τους. Ἡ φύση κλονίζεται γιά τόν πάσχοντα Θεό της. Ἡ Μητέρα κλαίει γιά τήν ὀδύνη τοῦ Υἱοῦ της καί οἱ Ἄγγελοι γιά τό μαρτύριο τοῦ Βασιλιᾶ τους! Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία θρηνεῖ γιά τά σεπτά πάθη τοῦ Νυμφίου της.
 Τό πάθος ὅμως τοῦ Χριστοῦ εἶναι πάθος ἰδιότυπο. Πίσω ἀπ᾽ αὐτό ὑποφώσκει ἡ δόξα καί ἡ Ἀνάσταση. Καί ἔχει μιά νότα θριαμβικῆς χαρᾶς, τῆς νίκης τοῦ Γολγοθᾶ ἐπί τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τοῦ ἐχθροῦ! Γιαυτό καί ἡ Ἐκκλησία θρηνεῖ μέν τά παθήματα καί τό θάνατο τοῦ Ἀρχηγοῦ της, ὅμως περίσεμνα καί μέ χαρά καλεῖ νά τῆς δείξει καί τήν ἔνδοξή του Ἀνάσταση!

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Η παρουσία του Χριστού με την συνεχή Θεία Κοινωνία

 

«Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε..»

Ένας άλλος γλυκύς και ειρηνικός τρόπος κάθαρσης του νού είναι 
η συνεχής Θεία Κοινωνία.

 Είναι αυτό που λέγει έναν τροπάριο της ακολουθίας της Θείας Μεταλήψεως.
«Θεού το Σώμα και θεοί με και τρέφει, Θεοί το πνεύμα τον δε νούν τρέφει ξένως» 

Αυτός ο λόγος, «τρέφει ξένως», σημαίνει πως το Σώμα και το Αίμα του Χριστού που κοινωνούμε είναι η τροφή που καθαρίζει τους ακάθαρτους λογισμούς και αλλοιώνει αγαθώς τα φρονήματα προς ευσέβειαν. Ο λόγος αυτός μας λέγει ότι η μετοχή στα Άγια Μυστήρια φέρει κατά μυστικό τρόπο την υγεία της ψυχής και του σώματος.

Η συνεχής παρουσία της Θείας Κοινωνίας προσδίδει μυστικά δύο ευλογίες για την αντιμετώπιση των λογισμών, το ένα είναι η δύναμη της αντίστασης και το άλλο είναι ο θείος έρωτας. 

Η παρουσία του Χριστού μέσα μας με την συνεχή Θεία Κοινωνία ντύνει τον πιστό με μια αγγελική πανοπλία για να μπορεί να αντέχει στα δόλια βέλη του πονηρού...

 Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στην ύπαρξη του χριστιανού κατά μυστικό τρόπο , όπως το λέγει η προσευχή αυτή της Θείας Μεταλήψεως: «Είναι το Σώμα του Θεού που τον θεώνει και τον τρέφει, τους θεώνει το πνεύμα και τρέφει το νού με θεϊκό τρόπο».

Ο νούς και η καρδιά του αγιάζονται και δυναμώνουν και αποκτούν την δύναμη να αντιστέκονται.

Και λέγει ο Ιερός Χρυστόστομος:

«Η Θεία Κοινωνία είναι ένας ποταμός πιο δυνατός και πιο σφοδρός απ' τη φωτιά, που όμως δεν κατακαίε, αλλά περιλούει και πυρπολεί αφλέκτως αυτόν που παίρνει αυτή την τροφή των αγγέλων μέσα του. Να! όπως παίρνεις το χρυσό και καθώς λειώνει στη φωτιά, αν ήταν δυνατόν να γίνει και να βουτούσες μέσα στο χέρι σου ή τη γλώσσα σου σ' αυτόν ,τότε αμέσως θα γινόταν χρυσή , έτσι κι εδώ κι ακόμη πιο πολύ χρυσώνει την ψυχή σου το αίμα του Χριστού». 

Με τη συνεχή θεία κοινωνία δυναμώνει η θέληση του πιστού και στηρίζεται από τον Χριστό με «πνεύμα ηγεμονικό» μπροστά στην ολισθηρότητα των λογισμών. Αντιστέκεται στον πειρασμό με μια δύναμη που ξεπηδά μόνη της από την καρδιά του. Μάλλον πρέπει να πούμε καλύτερα πως ο Χριστός είναι Αυτός που πολεμά και κάνει τον αγώνα και σώζεται ο πιστός εφ' όσον είναι εντός του. Αφήνει σ' αυτόν να πολέμα και να υπερασπίζεται. 

Στην πνευματική πρακτική διαπιστώνει κανείς ότι πολλές περιπτώσεις ανθρώπων μέσα από την συνεχή Θεία Κοινωνία έχουν θεραπευθεί από διάφορα ψυχικά νοσήματα. 

Πολύ όμορφα και πάλι ο ίδιος ο Ιερός Πατήρ μιλά για το αίμα του αμνού που άλειψαν το Πάσχα οι Εβραίοι στις πόρτες τους και σώθηκαν από τον ολοθρευτή άγγελο και το αντιπαραβάλλει με το Αίμα του Χριστού, που κοινωνούμε στην Θεία Ευχαριστία 

«Βλέπεις πως το αίμα εκείνο το αναίσθητο, το άψυχο, έσωσε τους ανθρώπους που έχουν ψυχές όχι επειδή ήταν αίμα, αλλά επειδή συμβόλιζε και προφήτευε την θυσία και το αίμα του Χριστού και όταν είδε ο ολοθρευτής το αίμα επιχρισμένο τις πόρτες, δεν τόλμησε να μπει μέσα. Έτσι λοιπόν και τώρα, όταν βλέπει ο διάβολος όχι πια το αίμα εκείνο το συμβολικό χρισμένο στις πόρτες, αλλά το αληθινό Αίμα του Χριστού χρισμένο στο στόμα των πιστών , στην πόρτα του χριστοφόρου ναού, δεν θα διστάσει πολύ περισσότερο; Διότι , αν άγγελος είδε τον συμβολικό αυτόν τύπο και ντράπηκε, πολύ περισσότερο ο διάβολος δεν θα φύγει βλέποντας αυτό το Σώμα και το Αίμα του Χριστού;».
 
Ο διάβολος φοβάται την Θεία Κοινωνία. Είναι αυτό που τον πονά και τον διαλύει και αδυνατεί και υποχωρεί, όταν βρίσκεται μπροστά στους συνεχώς κοινωνούντας των Αγίων Μυστηρίων. 


Είναι όντως το μυστικό φάρμακο που θεραπεύει τον ποικίλο λογισμό που κολλάει σαν πειρασμός μέσα στην σκέψη και τον εμπαίζει. 

Πολύ πρακτικά μας μιλάει για το θέμα αυτό ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων:

«Αν το δηλητήριο του εγωισμού σε κάνει να υποφέρεις τρομερά όπως πάντα, λάβε το μυστήριο και ο ταπεινός άρτος θα σου δώσει τη γαλήνη. Αν η ζήλια μαραίνει με τον καυτερό της άνεμο την καρδιά σου , λάβε τον άρτο των αγγέλων και η πραγματική αγάπη θα φουντώσει μέσα σου. 

Αν η τεμπελιά σ' έχει κυριεύσει και νοιώθεις πως δεν έχεις κέφι για προσευχή και γα άσκηση της αγάπης στο διπλανό σου, δυναμώσου με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Ασφαλώς η καρδιά σου θα γεμίσει από αγάπη. 

Επιτέλους αν νιώθεις να σε πιέζει ο πειρασμός για να κάνεις μια ανήθικη πράξη, ω! τότε, προπαντός τότε! λάβε το μεγαλύτερο από τα μυστήρια, και το πανάγιο σώμα του Χριστού θα σε κάνει κ' εσένα αγνό και ολόλευκο σαν κρίνο».

Με τη συνεχή παρουσία Του κυρίου μαραίνει τον πειρασμό και ειρηνεύει την καρδιά του ανθρώπου. Είναι προτιμότερο πάνω στον πειρασμό , αντί να ξεριζώνει κάποιος με τα χέρια του το δένδρο αυτό και να πονά χωρίς αποτέλεσμα, καλύτερα να τον μαραίνει με την αγάπη στον Χριστό και την διαρκή παρουσία Του.

Η αγάπη του Χριστού νικά την αγάπη του κόσμου, «έρως έρωτι νικάται».

Χριστιανός είναι αυτός που την ζωή του την συμπλέκει σε έναν μεγάλο έρωτα με τον Θεό και όχι σε έναν φόβο και άγχος για την αμαρτία και την ενοχικότητα. Δεν παλεύει τόσο με τους πειρασμούς και τον διάβολο, γιατί τους περιφρονεί και αδιαφορεί για τον πόλεμο τους, αλλά παλεύει με έναν σκοπό, να αγαπήσει πιο πολύ τον Χριστό. 

Αυτός ο θείος έρωτας έρχεται κατά κύριο λόγο με τη συνεχή Θεία Κοινωνία του τιμίου Σώματος και Αίματος του Κυρίου. Αυτός ο Χριστός , εντός ημών, έχει μόνο την δύναμη να μαράνει εξ ολοκλήρου τους πειρασμούς. 

Οι Εβραίοι , κάθε φορά που ατένιζαν το πρόσωπο του Μωϋσή όταν κατέβαινε απ' το Σινά, θαμπώνονταν και δεν μπορούσαν να τον αντικρύσουν , διότι έλαμπε σαν ήλιος. Έτσι ακριβώς , λέει ο Ι. Χρυσόστομος, «και οι δαίμονες εκθαμβούνται , τρέμουν και αποφεύγουν να βλέπου το πρόσωπο ενός που μεταλαμβάνει, διότι εκείνη την ώρα μία θεϊκή φωτιά ξεπετάγεται από το στόμα , θέμα θαυμαστό στους αγγέλους , φοβερό στον διάβολο». 

Η συνεχής Θεία Κοινωνία με τα χρόνια που περνούν γίνεται το ουράνιο φάρμακο της ψυχικής ηρεμίας και της αγγελικής αλλαγής του ανθρώπου. Εγκαθίσταται μέσα στην καρδιά του ο θείος έρωτας. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού γίνεται το εμβόλιο της ψυχής του. 

Και όπως ένα άγριο δένδρο δεν μπορεί να αλλάξει όσο και να το σκαλίζουμε, όσο και να το ποτίζουμε, παρά μονάχα εάν το εμβολιάσουμε, έτσι και ο άνθρωπος, άγριο δένδρο με πάθη και αδυναμίες,, εμβολιάζεται και μεταμορφώνεται με το ουράνιο μπόλι, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. 

Γίνεται από «αγριαέλαιος» «καλιέλαιος». 

Η καλλιέργεια τα ψυχής και η ειρήνευσή της από τους πειρασμούς του νου και της καρδίας γίνεται με μυστικό τρόπο και μέσα στον χρόνο από τον γεωργό Χριστό. Έλεγε: «Αυτομάτη γάρ η γη καρποφορεί».

Η συνεχής Θείας Κοινωνία φέρει τον αληθινό αγιασμό και την απάθεια στους πειρασμούς.

Εξάλλου, χριστιανός είναι μόνο εκείνος που ζει συνεχώς εν μετανοία και εγκεντρισμένος στο σώμα του Χριστού με την συνεχή Θεία Κοινωνία. Όμως η συνεχής Θεία Κοινωνία δεν μπορεί να εφαρμοστεί με ωφελιμιστικό τρόπο , ούτε και με καταναγκαστικό, διότι δεν πρόκειται ποτέ να ωφελήσει.

Η Θεία Κοινωνία δεν είναι ένα αντικαταθλιπτικό φάρμακο, που το παίρνει κανείς δι' επιβολής και εξ ανάγκης στην δυσκολία, περιμένοντας μαγικά το θαύμα, αλλά είναι η εξ όλης καρδίας ένωση μας με τον ίδιο τον Θεό, που ζει μέσα μας και εμείς εγκεντρισμένοι στο Σώμα Του.

Ο πιστός που ζει στην Εκκλησία με την συνεχή Θεία Κοινωνία είναι Θεοφόρος και Χριστοφόρος, όμαιμος και σύναιμος του Χριστού, κι αυτό μέσα στον χρόνο φέρει τον καρπό του, την κάθαρση του νου και της καρδιάς.

Όπου κατοικεί ο Χριστός βασιλεύει η πηγαία χαρά και ειρήνη. Η συμμετοχή στο Ιερό Μυστήριο με την προετοιμασία των ευχών της Θείας Μεταλήψεως οδηγούν σε μία συναίσθηση των αμαρτιών και σε έναν θείο έρωτα και εκζήτηση του ελέους του Θεού. Ο φόβος Θεού και ο πόθος Θεού είναι ο άριστος της καρδιάς τρόπος προετοιμασίας για την Κοινωνία του Θεού.

Και εδώ όταν λέμε φόβο Θεού δεν σημαίνει τον τρόμο του ανθρώπου σαν να βρίσκεται ενώπιον ενός αδυσώπητου άρχοντος που πρόκειται να τον τιμωρήσει και να τον κατακόψει και ως καταναγκασμένος δούλος τον φοβάται, αλλά σημαίνει την εν μετανοία και μετά δακρύων συναίσθηση των αμαρτιών του, καθώς και την γλυκεία αγάπη και συγχώρηση του Θεού.

Όταν ο άνθρωπος μέσα στην καρδιά του διεργάζεται το μυστήριο της μετανοίας καθώς και το μυστήριο του θείου πόθου και έρωτος, τότε...

Τα άχραντα Μυστήρια και ο Άρτος της Ζωής είναι καθαρτικός του νου τρόπος. 

Αρχ. Σεβαστιανός Τοπάλης
Μετάνοια και ψυχική υγεία κατά τον Ιερό Χρυσόστομο
                                                                               
agioritis.pblogs.gr

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Τα απαγορευμένα Πάθη


Τα απαγορευμένα Πάθη
Τοιχογραφία της καθόδου του Χριστού στον Αδη και της ανάστασης των νεκρών σε εκκλησία του Ναυπλίου



 
Τι δεν γράφουν τα επίσημα Ευαγγέλια για την Ανάσταση του Ιησού; Πώς λέγονται οι δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό; Ποιο είναι το όνομα του ρωμαίου εκατόνταρχου που ήταν υπεύθυνος του αποσπάσματος για τη Σταύρωση; Σε τέτοιες και παρόμοιες ερωτήσεις δεν δίνουν απαντήσεις τα γνωστά Ευαγγέλια, τα οποία εκθέτουν τα γεγονότα των Παθών και της Ανάστασης χωρίς συναισθηματισμούς και λυρικές εξάρσεις και κυρίως χωρίς να εγκλωβίζονται στην ιστορική αφήγηση. Τα τέσσερα αυτά Ευαγγέλια τοποθετούνται στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ. Ωστόσο αργότερα, και συγκεκριμένα από τον δεύτερο αιώνα και ύστερα, παρουσιάστηκαν κάποια κείμενα στις παρυφές της Εκκλησίας που ονομάστηκαν «απόκρυφα», μέσα στα οποία μύθος και ιστορία συμπλέκονται. Οσο και αν τα κείμενα αυτά ζούσαν στην περιφέρεια και ποτέ στο κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής, ωστόσο διαβάστηκαν στη διάρκεια των αιώνων και συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας και συζήτησης.
Οι τελευταίες ανακαλύψεις απόκρυφων κειμένων της χριστιανικής γραμματείας έχουν παγκοσμίως κινήσει το ενδιαφέρον, και έχουν κυριολεκτικά εξάψει τη φαντασία όχι μόνο των ΜΜΕ αλλά και των ανθρώπων του πνεύματος. Οι εξελίξεις βέβαια αυτές δεν θα είχαν τη δημοσιότητα που έχουν, αν δεν υπήρχε η σχετική νομιμοποίηση της επιστημονικής κοινότητας.
Η ανακάλυψη μεταπολεμικά της γνωστικής βιβλιοθήκης του Nag Hammadi και άλλων αρχαίων κειμένων ανέτρεψε την παλαιότερη εκτίμηση των επιστημόνων για την απόκρυφη χριστιανική γραμματεία, σύμφωνα με την οποία τα μη κανονικά κείμενα της πρώιμης χριστιανικής εποχής αποτελούσαν απλώς εργαλεία αιρετικών απόψεων, ή το πολύ συμπλήρωναν λεπτομέρειες της ζωής του Χριστού τις οποίες αποσιωπούσαν τα κανονικά ευαγγέλια. Ασφαλώς και οι δύο αυτές εκτιμήσεις συνεχίζουν να ισχύουν για την επιστήμη, υπάρχει όμως και κάτι παραπάνω. Και αυτό είναι η εδραιωμένη πλέον πεποίθηση περί πολυμορφίας του αρχέγονου χριστιανισμού σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι πιστευόταν μέχρι πρόσφατα.
Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που τα ΜΜΕ (από τις μυθοπλασίες του Νταν Μπράουν μέχρι την πρόσφατη ανακάλυψη του υποτιθέμενου τάφου του Ιησού) αναζητούν απεγνωσμένα στις πάσης φύσεως «απόκρυφες» διηγήσεις ιστορικές ανατροπές σχετικά με τις απαρχές του χριστιανισμού. Σε αντίθεση όμως με την εκλαϊκευτική και επικοινωνιακή πτυχή αναφορικά με την απόκρυφη γραμματεία, η επιστημονική κοινότητα αλλού εστιάζει σήμερα την προσοχή της: εκτός από την περίοπτη θέση που κατείχαν οι γυναίκες στην πρώτη Εκκλησία, που άλλωστε μαρτυρείται και στην Καινή Διαθήκη, εκείνο που προσελκύει το ενδιαφέρον της είναι κυρίως η «Πηγή των Λογίων» και το «κατά Θωμάν ευαγγέλιο».
Η Πηγή των Λογίων είναι η αρχαιότερη πηγή της ευαγγελικής παράδοσης, πιθανότατα μάλιστα αποτελεί και το αρχαιότερο γραπτό μνημείο του χριστιανισμού (γύρω στο 50 μ.Χ). Είναι το κείμενο που χρησιμοποίησαν ο Ματθαίος και ο Λουκάς για να παρουσιάσουν τη διδασκαλία του Ιησού, εντάσσοντάς το όμως στο αφηγηματικό πλαίσιο του κατά Μάρκον Ευαγγελίου. Είναι το κείμενο εκείνο το οποίο διέσωσε μερικά από τα σπουδαιότερα τμήματα της χριστιανικής γραμματείας, όπως η Κυριακή προσευχή, η επί του όρους ομιλία, η αποστολή των μαθητών του Ιησού, ο ταλανισμός των Γραμματέων και Φαρισαίων κ.ά. Αποτελεί ως εκ τούτου μια από τις βασικότερες ιστορικές πηγές αποκατάστασης της διδασκαλίας και του προσώπου του ιστορικού Ιησού, του ιδρυτή δηλαδή της θρησκείας που προσδιόρισε επί δύο χιλιετίες καθοριστικά τις τύχες της ανθρωπότητας.
Ενα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της Πηγής των Λογίων είναι η απουσία αναφοράς στον Σταυρό και στην Ανάσταση του Χριστού, πράγμα που ανατρέπει τη μέχρι και πρόσφατα παγιωμένη αντίληψη, ότι ο Σταυρός και η Ανάσταση ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της πίστεως και του κηρύγματος σύνολης της αρχέγονης χριστιανικής κοινότητας. Για την επιστήμη επομένως η Πηγή των Λογίων, σε συνάρτηση με το κατά Θωμάν Ευαγγέλιο - κείμενο και αυτό της πρώιμης εποχής, με παράλληλη δομή και διδασκαλία - πιστοποιεί την ύπαρξη μιας άλλης αρχέγονης χριστιανικής παράδοσης, διαφορετικής από εκείνη που εκπροσωπούσε το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου και η εξ αυτού απορρέουσα κανονική παράδοση της Καινής Διαθήκης. Χαρακτηριστικό της στοιχείο δεν ήταν η «κηρυγματική» προοπτική, η κάθετη δηλαδή σωτηριολογική σχέση των πιστών με τον σταυρωθέντα και αναστάντα Χριστό, αλλά η «εσχατολογική», η οριζόντια δηλαδή εκκλησιολογική, διάσταση.
Η καταλυτική συμβολή του Αποστόλου Παύλου είχε ως αποτέλεσμα να μετατοπιστεί από πολύ νωρίς το κέντρο βάρους του χριστιανικού κηρύγματος από την εμπειρία στο μήνυμα, από την εσχατολογία στη χριστολογία (και κατ' επέκταση τη σωτηριολογία), από αυτό καθαυτό το γεγονός της βασιλείας του Θεού, που ήταν και το κομβικό σημείο του κηρύγματος του Ιησού, στον φορέα αυτού του γεγονότος, τον ίδιο δηλαδή τον Χριστό, και πιο συγκεκριμένα στη σταυρική θυσία και την Ανάστασή του. Η μετατόπιση όμως αυτή ποτέ δεν υποσκέλισε την οριζόντια εκκλησιολογική διάσταση, όπως άλλωστε πιστοποιεί η μετέπειτα χριστιανική λειτουργική παράδοση.
Η θεολογική ερμηνεία του Θανάτου και της Αναστάσεως του Χριστού από τον Απόστολο Παύλο, αναμφίβολα η σπουδαιότερη θεολογική συμβολή του αρχέγονου χριστιανισμού, ήταν ουσιαστικά εκείνη που διαμόρφωσε το γενικό πλαίσιο και την ταυτότητα της νέας θρησκείας. Με δεδομένο το γεγονός ότι ιστορίες είναι εκείνες που δημιουργούν κοινότητες, η ιστορία του πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού, και κατ' επέκταση οι ευαγγελικές διηγήσεις, αποδείχθηκαν το ιδιαίτερο εκείνο πλαίσιο στο οποίο η αρχική εσχατολογική αυτοσυνειδησία της χριστιανικής θρησκείας κατόρθωσε να βρει την αποτελεσματική της έκφραση.
Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό, ότι στα κανονικά Ευαγγέλια η ανάσταση του Χριστού παρουσιάζεται με έναν ιδιάζοντα τρόπο, γ' αυτό και χρειάζεται βαθύτερη ερμηνεία, δυναμική και όχι επιφανειακή και στατική πρόσληψη. Τα Ευαγγέλια, σε αντίθεση με μεταγενέστερες απόκρυφες διηγήσεις που επιδίδονται σε υπερβατικές αναλύσεις ή υπερβολικές μυθικές περιγραφές, δεν καταφεύγουν σε εμπειρική τεκμηρίωση του γεγονότος της Αναστάσεως, αλλά επιλέγουν την αφήγηση του κενού μνημείου! Περιττό να τονιστεί, ότι το αρχικό κήρυγμα του Σταυρού και της Αναστάσεως βρίσκεται σε εντελώς άλλη διάσταση από εκείνη της σύγχρονης νεωτερικής διαμάχης ανάμεσα στην ιστορικότητα του γεγονότος και τη μεταφορική ερμηνεία του που δηλώνει τη νίκη του Θεού πάνω στις δυνάμεις του Κακού. Αυτό ακριβώς υπονοούν και οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις του Ιησού, όπου οι μαθητές, και βεβαίως και οι πιστοί, καλούνται να αντικρίσουν με τα μάτια του πνεύματος, και όχι να βεβαιωθούν εμπειρικά, ότι ο Δάσκαλός τους ηγέρθη εκ του τάφου.
Ο κ. Πέτρος Βασιλειάδης είναι καθηγητής της Καινής Διαθήκης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πρόεδρος της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Θεολογικών Σχολών.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Οι πατέρες της Εκκλησίας μας βαθιά καλλιέργησαν την ευγένεια


Θεόκλητος Διονυσιάτης: Υπό το βλέμμα της Πορταϊτίσσης 
  Κυρά μου Πορταΐτισσα
Για την ευγένεια 
(Σχολιασμός βασισμένος σε σχετικές οδηγίες του Αγίου Ισαάκ του Σύρου)

Μεγάλο κεφάλαιο η ευγένεια για τον πιστό άνθρωπο. Συνήθως όμως, η συμπαθητική αυτή αρετή της ευγενείας, μπαίνει από τους πολλούς στο περιθώριο, και θεωρείται μια υπόθεση ξεπερασμένη, που για να σταθείς σήμερα, πρέπει να σε διακρίνει το θράσος, η ελευθεροστομία και η αναίδεια. Η ευγένεια, θεωρείται σήμερα, νόμισμα απηρχαιωμένο, που θέση δεν έχει στην σύγχρονη ζωή.

Ωστόσο οι αντιλήψεις αυτές προδίδουν παρακμή και εκφυλισμό στις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις. Η ευγένεια ποτέ δεν ξεπέφτει, όπως κι η μάνα που τη γέννησε, η αγάπη, γιατί γνήσιο παιδί της αγάπης είναι.
Η ευγένεια συγκαταλέγεται στο σύνολο των χριστιανικών αρετών και είναι δείκτης της πνευματικής καλλιέργειας.
Η διατήρηση της ευγενείας, τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική ζωή είναι κάτι αρκετά δύσκολο. Λίγοι άνθρωποι μπορούν να καυχηθούν ότι διατηρούν την ευγένειά τους και στον ιδιωτικό και απόλυτα προσωπικό τους βίο.

Ένας τέτοιος στάθηκε ο Απόστολος Παύλος. Φυλακισμένος στη Ρώμη, γράφει στη Β΄του Επιστολή στον Τιμόθεο: «Σύ παρηκολούθηκάς μου τη διδασκαλία τη αγωγή, τη προθέσει» (γ 10). Εσύ παιδί μου, του γράφει, έζησες την διαγωγή μου και αντελήφθης τις εσώτατές μου προθέσεις. Σπάνιο πράγμα, να μπορεί κανείς να προβάλει στους συνεργάτες του, σε κείνους μάλιστα που τόσο καιρό έζησαν μαζί του, μια ζωή αγία που να λαμπυρίζει μέσα από το κρύσταλλο της ευγενείας του. Θα πρέπει, όσοι πλησίαζαν τον Απόστολο, να έφευγαν διαφορετικοί. Είχε ένα κάτι, που αιχμαλώτιζε τους συνομιλητές του. Ή καλύτερα, ήταν ο ίδιος κάτι. Ήταν ευγενής.
Η ευγένεια πάντοτε καλλιεργήθηκε από τα γνήσια χριστιανικά αναστήματα.
Αντικαθρεπτίζει δε πάντοτε, την εσωτερική ομορφιά της ψυχής.
Ευγένεια, δεν είναι η υψηλή καταγωγή, αλλά η καλλιεργημένη ψυχή. Μπορεί κανείς να είναι ευγενής στην καταγωγή και δούλος στην ψυχή. Η ευγένεια δεν κάνει διακρίσεις. Είναι η ίδια για όλους. Συμπεριφέρεται καλά, τόσο στον διάσημο άνθρωπο, όσο και στον άσημο. Στον μικρό, εξ' ίσου και στον μεγάλο. Όπως η αγάπη «ού ζητεί τα εαυτής», έτσι και η ευγένεια δεν ζητά τα ίσα για να προσφερθεί. Προσφέρεται ότι κι αν συναντήσει μπροστά της. Πουθενά δεν συναντάς την αληθινή αγάπη χωρίς την ευγένεια. Και ποτέ δεν βρίσκεις την αληθινή ευγένεια χωρίς την αγάπη.
Η ευγένεια είναι ένας από τους πιο όμορφους ανθούς της αγάπης. Είναι το ξεχείλισμα, ότι ωραίου υπάρχει μέσα στην καρδιά. Κατορθώνει, ότι δεν πετυχαίνει η βία και η αγένεια. «Μια σταγόνα μέλι, μαζεύει πιο πολλές μύγες, παρά ένα βαρέλι ξύδι», λέει μια ξένη παροιμία.
Η ευγένεια ακόμη, είναι και μεταδοτική. Υποβάλλει, υποχρεώνει, εμπνέει, επιβάλλεται. Η παρουσία της σου δίδει το αίσθημα ότι βρίσκεσαι στο χώρο της Βασιλείας του Θεού. Η ευγένεια, πραγματικά κατέχει το μυστικό της κοινωνικής κατακτήσεως.
Χαρακτηριστικά της ευγενείας είναι η πραότης, η εξυπηρετικότης, η ανοικτή καρδιά, η φιλοξενία, το καλόκαρδο μειδίαμα, η απλοχεριά, η ευγνωμοσύνη, η ειλικρίνεια, η αγάπη, η διακριτικότης.
Το «ευχαριστώ», εγκάρδιο και ειλικρινές, είναι το «σήμα κατατεθέν» της.

Η Αγία Γραφή προσφέρει μερικές συμπυκνωμένες προτροπές γι' αυτήν:
«Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πώς δεί υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι» (Κολ. δ΄ 6).
«Τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. Ιβ΄10)
«Ευχάριστοι γίνεσθε» (Κολ. γ΄15).
«Άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε» (Α΄Πέτρ. α΄ 15).
«Τύπος γίνου των πιστών, εν λόγω, εν αναστροφή... εν αγάπη» (Α΄Τιμ. δ ΄12).
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, βαθιά καλλιέργησαν την ευγένεια.
Η έρημος που κατοικήθηκε από Ασκητές, μετεβλήθη σ' ένα απέραντο σαλόνι από ανθρώπους αληθινά ευγενείς και ανωτέρους.
Ευγένεια δεμένη, με όλο τον πλούτο της χριστιανικής των καρδιάς.

Μερικά δείγματα γραμμένα από μια γνήσια ψυχή της ερήμου, τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, φανερώνουν το βάθος και την έκταση αυτής της λαμπρής αρετής. Με την παράθεση μερικών απ' αυτά, θα κλείσωμε και το θέμα μας.
«Έχε την γλώσσα σου καλή και ατιμία δεν θα σε συναπαντήσει».
«Απόκτησε χείλη γλυκά, και όλους φίλους θα τους έχεις».
«Μίκρυνε τον εαυτό σου μπροστά σε όλους τους ανθρώπους και θα υψωθείς πάνω απ' όλους τους άρχοντας τούτου του κόσμου».
«Πρότρεχε όλους στον χαιρετισμό και θα τιμηθείς πιο πολύ από κείνους που προσφέρουν πολύτιμο χρυσάφι».
«Καταφρόνησε την τιμή για να τιμηθείς, και μη την αγαπήσεις για να μην ατιμασθείς».
«Μη αηδιάσεις την δυσοσμία των αρρώστων και μάλιστα των πτωχών, γιατί και συ σώμα φέρεις».
«Όταν συναντήσεις κάποιον, ανάγκασε τον εαυτό σου να τον τιμήσει πιο πάνω απ' ότι αξίζει. Χαιρέτισε τον θερμά. Παίνεσε τον. Όταν απομακρυνθεί, πες γι' αυτόν κάθε καλό και τίμιο λόγο.
Με τον τρόπο αυτόν θα τον κάνεις καλύτερον απ' ότι είναι. Πάντοτε ο τρόπος αυτός να σε χαρακτηρίζει. Να είσαι δηλαδή ευπροσήγορος πάντοτε και να αποδίδεις την τιμή σε όλους».
«Μη διακόψεις τον συνομιλητή σου για να πεις τη γνώμη σου σαν αμαθής και απαίδευτος».
«Μη ξεγυμνώνεσαι μπροστά στους άλλους».
«Απομακρύνσου από την παρρησία (την υπερβολική οικειότητα) σαν από τον θάνατο».
«Μη φτύσεις μπροστά σε άλλους. Όταν θες να βήξεις, στρέψε το πρόσωπό σου πίσω».
«Με σωφροσύνη φάγε και πιες όπως αρμόζει σε παιδιά του Θεού».
«Μην απλώσεις το χέρι σου να πάρεις κάτι μπροστά από τους άλλους, με αναίδεια».
«Εάν φιλοξενήσεις κάποιον, πρότρεψε τον μία και δύο φορές να φάγει, καθισμένος και συ συνεσταλμένα μαζί του στο τραπέζι».
«Όταν χασμουριέσαι, βάλε μπροστά το χέρι σου. Κρατώντας την αναπνοή σου θα σου περάσει».
«Όταν μπεις στο σπίτι εκείνου που σε φιλοξενεί μη στρέφεις από δω κι από κει τα μάτια σου εξετάζοντας τα γύρω αντικείμενα».
«Μη μπεις αιφνίδια σε ξένο σπίτι ή δωμάτιο, αλλά να κρούσεις προηγουμένως απ' έξω, κι αφού προτραπείς να μπεις, τότε πέρασε με πολλή ευλάβεια».

«Με ηρεμία άνοιξε και κλείσε, τόσο τη δική σου πόρτα όσο και την ξένη».
«Μη περπατάς άτακτα και τρεχαλέα, εκτός αν βιάζεσαι πολύ».
«Κουβέντιαζε με όλους ήρεμα».
«Με σωφροσύνη κοίταξε τους άλλους, και τα μάτια σου μη τα χορτάσεις από το κοίταγμα ξένου προσώπου».
«Όταν βαδίζεις με ανωτέρους σου, μην τους προσπερνάς στο βάδισμα».
«Κάθε σου φυσική ανάγκη με ευλάβεια να την υπηρετήσεις ντρεπόμενος τον Φύλακα σου Άγγελο».
«Φυλάξου από τα μικρά για να μη πέσεις στα μεγάλα».
«Να θεωρείς ξένο τον εαυτό σου όπου κι αν βρεθείς, για να μπορέσεις να απαλλαγείς από τη ζημιά που κάνει η παρρησία».

Xαροποιόν πένθος


       


Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, τῆς Κλίμακος 


Κλῖμαξ, Λὀγος έβδομος
Περὶ τοῦ Χαροποιοῦ Πένθους
Σταχυολόγηση


ΤΟ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ πένθος εἶναι ἡ σκυθρωπότητα τῆς ψυχῆς, ἡ διάθεσις τῆς πονεμένης καρδιᾶς, ἡ ὁποία δὲν παύει νὰ ζητῆ μὲ πάθος ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι διψασμένη. Καὶ ὅσο δὲν τὸ κατορθώνει, τόσο περισσότερο κοπιάζει καὶ τὸ κυνηγᾶ καὶ τρέχει πίσω του μὲ ὀδυνηρὸ κλάμα.

2.
Ἂς τὸ χαρακτηρίσωμε καὶ ἔτσι: Πένθος εἶναι ἕνα χρυσὸ καρφὶ τῆς ψυχῆς. Τὸ καρφὶ αὐτὸ ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ κάθε γήϊνη προσήλωσι καὶ σχέσι, καὶ καρφώθηκε ἀπὸ τὴν εὐλογημένη λύπη (στὴν πόρτα) τῆς καρδιᾶς γιὰ νὰ τὴν φρουρῆ.

3.
Κατάνυξις εἶναι ἕνας συνεχὴς βασανισμὸς τῆς συνειδήσεως, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν νοερὰ ἐξομολόγησι κατορθώνει νὰ δροσίζη τὴν φλογισμένη καρδιά.

4.
Ἐξομολόγησις σημαίνει τὸ νὰ λησμονοῦμε τὴν ἴδια τὴν φύσι μας. Κάποιος ἐξ αἰτίας της «ἐλησμονοῦσε ἀκόμη νὰ φάγη τὸν ἄρτο του» (Ψαλμ. ρα´ 5).

5. Μετάνοια ε
ἶναι τὸ νὰ στερηθῆς κάθε σωματικὴ παρηγορία, χωρὶς καθόλου νὰ λυπηθῆς.

6.
Χαρακτηριστικὸ ἐκείνων ποὺ προώδευσαν κάπως στὸ μακάριο πένθος εἶναι ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ σιωπὴ τῶν χειλέων. Ἐκείνων ποὺ προώδευσαν περισσότερο, ἡ ἀοργησία καὶ ἡ ἀμνησικακία...

Εὐπρόσδεκτοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ οἱ πρῶτοι. Ἀξιέπαινοι οἱ δεύτεροι....

7.
Ὅταν κατακτήσης τὸ πένθος, κράτα το μὲ ὅλη τὴ δύναμί σου. Διότι προτοῦ ἀποκτηθῆ μόνιμα καὶ ὁριστικά, χάνεται εὔκολα ἀπὸ τοὺς θορύβους καὶ τὶς μέριμνες τοῦ σώματος καὶ τὴν καλοπέρασι, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν πολυλογία καὶ τὴν ἀστειολογία, καὶ διαλύεται ὅπως τὸ κερὶ ἀπὸ τὴν φωτιά.

8.
Ἀνώτερη ἀπὸ τὸ βάπτισμα ἀποδεικνύεται ἡ μετὰ τὸ βάπτισμα πηγὴ τῶν δακρύων (τῆς μετανοίας), ἂν καὶ εἶναι κάπως τολμηρὸ αὐτὸ ποὺ λέγω. Διότι ἐκεῖνο μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὰ προηγούμενά μας κακά, ἐνῷ τοῦτο, τὸ βάπτισμα τῶν δακρύων, ἀπὸ τὰ μετέπειτα. Καὶ τὸ πρῶτο, ἐφ᾿ ὅσον τὸ ἐλάβαμε ὅλοι στὴν νηπιακὴ ἡλικία, τὸ ἐμολύναμε. Ἐνῷ μὲ τὸ δεύτερο καθαρίζομε πάλι καὶ τὸ πρῶτο. Καὶ ἐὰν ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ δὲν τὸ εἶχε χαρίσει αὐτὸ στοὺς ἀνθρώπους, οἱ σῳζόμενοι θὰ ἦταν πράγματι σπάνιοι καὶ δυσεύρετοι.

9.
Οἱ στεναγμοὶ καὶ ἡ κατήφεια φωνάζουν δυνατὰ πρὸς τὸν Κύριον. Τὰ δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ φόβο μεσιτεύουν. Καὶ τὰ δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν παναγία ἀγάπη μᾶς φανερώνουν ὅτι ἡ ἱκεσία μας ἔγινε δεκτή.

10.
Ἀφοῦ τίποτε δὲν ταιριάζει τόσο μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, ὅσο τὸ πένθος, καὶ τίποτε πάντως δὲν εἶναι τόσο πολὺ ἀντίθετό της, ὅσο τὸ γέλιο.

11. Ν
ὰ κρατῆς σφικτὰ τὴν μακαρία χαρμολύπη, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν εὐλογημένη κατάνυξι· καὶ ἀκατάπαυστα νὰ τὴν καλλιεργῆς μέχρις ὅτου σὲ ἀνυψώση ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ σὲ παρουσιάση καθαρὸν ἐμπρὸς στὸν Χριστόν.

12.
Ἀκατάπαυστα νὰ ἀναπαριστάνης μέσα σου καὶ νὰ περιεργάζεσαι τὴν ἄβυσσο τοῦ σκοτεινοῦ πυρός, τοὺς ἄσπλαγχνους ὑπηρέτες, τὸν Κριτὴ ποὺ δὲν θὰ συμπαθῆ καὶ δὲν θὰ συγχωρῆ πλέον, τὸ ἀπέραντο χάος μὲ τὶς καταχθόνιες φλόγες, τὸ ὀδυνηρὸ κατέβασμα στὰ χάσματα καὶ στοὺς ὑπογείους καὶ φοβεροὺς τόπους...

13. Στάσου
ἔντρομος ὅταν προσεύχεσαι καὶ ἱκετεύης τὸν Θεόν, σὰν τὸν κατάδικο ἐμπρὸς στὸν δικαστή, ὥστε καὶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνισι καὶ μὲ τὴν ἐσωτερικὴ στάσι νὰ σβήσης τὸν θυμὸ τοῦ δικαίου Κριτοῦ...

14.
Σὲ ὅποιον ἀπέκτησε τὸ χάρισμα τοῦ ἐσωτερικοῦ δακρύου, ὁ κάθε τόπος εἶναι κατάλληλος γιὰ πένθος...

15.
Ὁ κρυμμένος θησαυρὸς εἶναι περισσότερο ἀσφαλισμένος ἀπὸ τὸν ἐκτεθειμένο στὴν ἀγορά. Βάσει αὐτῆς τῆς εἰκόνας ἂς κατανοήσωμε καὶ τὸ προηγούμενο.

16.
Μὴν συμπεριφέρεσαι σὰν ἐκείνους ποὺ μετὰ τὴν ταφὴ τῶν νεκρῶν τους ἄλλοτε θρηνοῦν γι᾿ αὐτοὺς καὶ ἄλλοτε (στὰ νεκρόδειπνα τρώγουν, πίνουν καί) μεθοῦν. Ἀλλὰ νὰ ὁμοιάσης μὲ τοὺς καταδίκους στὰ μεταλλεῖα ποὺ τοὺς μαστιγώνουν κάθε ὥρα οἱ δήμιοι.

17.
Ἐκεῖνος ποὺ ἄλλοτε ἐπιδίδεται στὸ πένθος καὶ ἄλλοτε στὴν τρυφὴ καὶ στὰ γέλια ὁμοιάζει μ᾿ ἐκεῖνον ποὺ διώχνει τὸν «κύνα» τῆς φιληδονίας πετροβολώντας τον μὲ ψωμί. Ἔτσι ἐξωτερικὰ φαίνεται ὅτι τὸν διώχνει, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα τὸν προσκαλεῖ κοντά του.

18.
Νὰ εἶσαι «σύννους». Νὰ εἶσαι ἀφιλένδεικτος (νὰ μὴν ἀγαπᾶς δηλαδὴ νὰ ἐπιδεικνύεσαι). Νὰ παρατηρῆς τὴν καρδιά σου καὶ νὰ εἶσαι στραμμένος πρὸς αὐτὴν ὡσὰν μέσα σε κάποια ἔκστασι, διότι οἱ δαίμονες φοβοῦνται τὴν «σύννοια», ὅπως οἱ κλέπτες τοὺς σκύλους.

19.
Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀγαπητοί μου, ὁ γάμος στὸν ὁποῖον ἔχομε προσκληθῆ. Ὁπωσδήποτε λοιπὸν Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἐκάλεσε ἐδῶ, μᾶς ἐκάλεσε γιὰ νὰ πενθήσωμε τοὺς ἑαυτούς μας.

20.
Μερικοί, ἐνῷ δακρύζουν, δὲν δείχνουν καμμία προσπάθεια, ὥστε νὰ καλλιεργήσουν, κατὰ τὴν εὐλογημένη ἐκείνη ὥρα, τὴν σκέψι ἡ ὁποία προκάλεσε τὸ δάκρυ, ἀλλὰ ἄκαιρα καὶ ἄστοχα τὴν ἀντιπαρέρχονται. Καὶ δὲν συλλογίζονται ὅτι δάκρυ χωρὶς αἰτία καὶ χωρὶς ἔννοια δὲν ἔχει θέσι στὰ λογικὰ πλάσματα, ἀλλὰ μόνο στὰ ἄλογα. Τὸ δάκρυ γεννᾶται ἀπὸ ὡρισμένες σκέψεις. Καὶ οἱ σκέψεις ἔχουν ὡς πατέρα τὸν λογικὸ νοῦ.
25. Ὅπως σὲ ὅλα τὰ ἄλλα, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσι τῶν δακρύων ὁ καλὸς καὶ δίκαιος Κριτής μας λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψι Του καὶ τὴν φυσικὴ προδιάθεσι καὶ δύναμι τοῦ καθενός. Εἶδα μικρὲς σταγόνες νὰ χύνωνται μὲ πόνο σὰν αἷμα. Καὶ εἶδα βρύσες δακρύων ποὺ ἔτρεχαν χωρὶς δυσκολία. Ἐγὼ τουλάχιστον ἐβαθμολόγησα τοὺς ἀγωνιστὲς ἀνάλογα μὲ τὸν πόνο καὶ ὄχι μὲ τὸ ποσὸν τῶν δακρύων. Καὶ ὁ Θεὸς νομίζω παρόμοια θὰ τοὺς ἔκρινε.
27.
Μερικὰ ἀπὸ τὰ κτίσματα εἶναι αὐτο-κίνητα καὶ μερικὰ ἑτερο-κίνητα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴν κατάνυξι, (ἄλλοτε δηλαδὴ ἔρχεται μόνη της καὶ ἄλλοτε μὲ τὴν ἰδική μας προσπάθεια καὶ βία). Ὅταν, χωρὶς καμμία ἰδική μας προσπάθεια καὶ ἐνέργεια, κατανυχθῆ ἡ ψυχή μας καὶ ὑγρανθῆ καὶ μαλακώση ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἂς τρέξωμε (νὰ ἁρπάξωμε τὴν εὐκαιρία). Διότι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος μᾶς ἐπισκέφθηκε ἀπρόσκλητος καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ σφουγγάρι τῆς θεαρέστου λύπης καὶ τὸ δροσιστικὸ ὕδωρ τῶν εὐλαβικῶν δακρύων, γιὰ νὰ ἐξαλείψωμε τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας. Αὐτὴ τὴν κατάστασι φύλαξέ την σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ, μέχρις ὅτου ὑποχωρήση, διότι εἶναι περισσότερο δυνατὴ καὶ ἀποτελεσματική σε σύγκρισι μὲ ἐκείνη ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ τὸν ἰδικό μας ζῆλο καὶ ἀγώνα.

28.
Δὲν κατέκτησε τὸ κάλλος τοῦ πένθους ἐκεῖνος ποὺ πενθεῖ ὅταν θέλη, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ πενθεῖ γιὰ τὸν λόγο ποὺ θέλει. Οὔτε αὐτὸς ποὺ πενθεῖ γιὰ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ πενθεῖ ὅπως ὁ Θεὸς θέλει.

29.
Πολλὲς φορὲς τὸ κατὰ Θεὸν πένθος ἀναμειγνύεται μὲ τὸ ἄχαρο δάκρυ τῆς κενοδοξίας. Αὐτὸ θὰ τὸ ἀναγνωρίσωμε μὲ τρόπο ἐπιτυχῆ καὶ εὐσεβῆ, ὅταν συλλάβωμε τὸν ἑαυτό μας νὰ πενθῆ καὶ συγχρόνως νὰ ἐνεργῆ μὲ (κακότητα καί) πονηρία.


32. Ὅταν, σὲ ὅσους φαίνονται ὅτι πενθοῦν κατὰ Θεόν, διακρίνωμε ὀργὴ ἢ ὑπερηφάνεια, ἂς θεωρήσωμε ὅτι τὰ δάκρυά τους προέρχονται ἀπὸ δαιμονικὰ πάθη, διότι «ποία κοινωνία -λέγει ἡ Γραφή- φωτὶ πρὸς σκότος»; (Β´ Κορ. στ´ 14).

33.
Γέννημα τῆς νοθευμένης κατανύξεως εἶναι ἡ οἴησις, ἐνῷ τῆς ἐπαινετῆς ἡ παράκλησις. Ὅπως ἡ φωτιὰ καίει καὶ ἐξαφανίζει τὴν «καλαμιά», ἔτσι καὶ τὸ ἁγνὸ δάκρυ ἐξαφανίζει κάθε ἐξωτερικὴ καὶ ἐσωτερικὴ ἀκαθαρσία.

34.
Ὁ περὶ τῶν δακρύων λόγος ἀπὸ πολλοὺς Πατέρες χαρακτηρίζεται ἀσαφὴς κάπως, σκοτεινὸς καὶ δυσερμήνευτος, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται γιὰ δάκρυα τῶν ἀρχαρίων. Πολλὲς καὶ διάφορες, λέγουν, εἶναι οἱ αἰτίες ποὺ τὰ γεννοῦν. Προέρχονται δηλαδή, ἀπὸ τὴν ἰδιοσυγκρασία, ἀπὸ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ θλίψι δαιμονική, ἀπὸ θλίψι θεάρεστη, ἀπὸ κενοδοξία, ἀπὸ πορνεία, ἀπὸ ἀγάπη, ἀπὸ μνήμη θανάτου καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα.

37.
Μὴν ἐμπιστεύεσαι στὶς πηγὲς τῶν δακρύων σου πρὶν ἀπὸ τὴν τελεία κάθαρσι. Δὲν μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε ὡς καλὸν τὸν οἶνο ποὺ μόλις μετὰ τὸ πατητήρι τὸν ἐβάλαμε στὰ βαρέλια. Ὅλα βέβαια τὰ κατὰ Θεὸν δάκρυά μας εἶναι ὠφέλιμα. Κανεὶς δὲν ἔχει ἀντίρρησι σ᾿ αὐτό. Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ ὠφέλειά τους, θὰ τὸ γνωρίσουμε στὴν ὥρα τοῦ θανάτου μας.

38.
Ὅποιος περνᾶ τὴν ζωή του συνεχῶς μὲ τὸ κατὰ Θεὸν πένθος, δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ἑορτάζη καθημερινά. Ἐκεῖνον ὅμως ποὺ συνεχῶς πανηγυρίζει ὑλικὰ καὶ σωματικά, τὸν περιμένει τὸ αἰώνιο πένθος.

39.
Δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουν χαρὲς οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν. Οὔτε οἱ πραγματικοὶ μοναχοὶ πανηγύρια. Γι᾿ αὐτὸ ἴσως ἐκεῖνος ὁ καλλίπενθος ἔλεγε μὲ στεναγμό: «Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου (Ψαλμ. ρμα´ 8), γιὰ νὰ εὐφρανθῶ στὸ ἄρρητο καὶ ἀπερίγραπτο φῶς σου».

40.
Νὰ γίνης σὰν βασιλεὺς στὴν καρδιά σου, καθισμένος στὸν ὑψηλὸ θρόνο τῆς ταπεινοφροσύνης. Νὰ διατάζης τὸ γέλιο νὰ ἀπομακρυνθῆ, καὶ ἀμέσως νὰ ἀπομακρύνεται· τὸ κλάμα νὰ ἔλθη, καὶ ἀμέσως νὰ ἔρχεται· καὶ στὸν δοῦλο μας, τὸ σῶμα, ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ τύραννος, νὰ ἐπιτελέση κάποιο ἔργο καὶ ἀμέσως νὰ τὸ ἐπιτελῆ (πρβλ. Ματθ. η´ 9).

42.
Μακάριος εἶναι ὁ μοναχὸς ποὺ ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ ἀντικρύζη μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις. Ἄπτωτος ὅμως εἶναι ὁ μοναχὸς ποὺ ἀκατάπαυστα βρέχει τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν ροὴ τῶν δακρύων του, ποὺ ἀναβλύζουν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς του μὲ τὴν μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τῶν ἁμαρτιῶν του. Δὲν δυσκολεύομαι μάλιστα νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀπὸ τὴν δεύτερη αὐτὴ κατάστασι ἐδιάβηκε ἡ πρώτη.
44.
Ἐκεῖνος ποὺ ὑπερηφανεύεται μέσα του γιὰ τὰ δάκρυά του καὶ κατακρίνει μὲ τὸν νοῦ του ὅσους δὲν δακρύζουν, ὁμοιάζει μ᾿ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐζήτησε ἀπὸ τὸν βασιλέα ὅπλο ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν του καὶ μ᾿ αὐτὸ ἐφόνευσε τὸν ἑαυτό του.

45.
Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δάκρυα οὔτε ἐπιθυμεῖ νὰ πενθῆ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ὀδύνη τῆς καρδιᾶς του, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τὸν βλέπη νὰ ἀγάλλεται καὶ νὰ εὐθυμῆ ἐσωτερικὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του πρὸς Αὐτόν.

46.
Θανάτωσε τὴν ἁμαρτία, καὶ τότε θὰ εἶναι περιττὰ τὰ δάκρυα τῆς ὀδύνης στοὺς ὀφθαλμούς σου. Ὅπου δὲν ὑπάρχει πληγή, δὲν χρειάζεται νυστέρι. Στὸν Ἀδὰμ πρὶν ἀπὸ τὴν παράβασι δὲν ὑπῆρχαν δάκρυα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ (στοὺς δικαίους) μετὰ τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, ἐφ᾿ ὅσον θὰ ἔχη καταργηθῆ ἡ ἁμαρτία καὶ «θὰ ἔχη ἐξαφανισθῆ ἡ ὀδύνη, ἡ λύπη καὶ ὁ στεναγμός» (Ἡσ. λε´ 10).

47.
Εἶδα σὲ μερικοὺς πένθος. Εἶδα καὶ ἄλλους οἱ ὁποῖοι πενθοῦσαν, διότι δὲν εἶχαν πένθος, οἱ ὁποῖοι, μολονότι στὴν πραγματικότητα ἔχουν πένθος, ζοῦν σὰν νὰ μὴν ἔχουν, καὶ μὲ τὴν καλὴ αὐτὴ ἄγνοια παραμένουν ἀσφαλισμένοι (ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς κενοδοξίας). Καὶ γι᾿ αὐτοὺς μᾶλλον ἔχει λεχθεῖ στὴν Γραφή: «Κύριος σοφοῖ τυφλούς» (Ψαλμ. ρμε´ 8).

48.
Πολλὲς φορές, συνήθως στοὺς πιὸ ἐπιπολαίους, καὶ τὰ δάκρυα προκαλοῦν ἔπαρσι. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ μερικοὺς δὲν δίδονται, ὥστε μὲ τὴν στέρησι καὶ τὴν ἀναζήτησί τους νὰ ἐλεεινολογοῦν τοὺς ἑαυτούς των καὶ νὰ τοὺς καταδικάζουν, γεμάτοι στεναγμοὺς καὶ κατήφεια καὶ λύπη ψυχῆς καὶ βαθειὰ σκυθρωπότητα καὶ ἀμηχανία. Καὶ ἔτσι ἀναπληρώνεται χωρὶς κίνδυνο ἡ ἔλλειψις τοῦ πένθους, ἔστω καὶ ἂν αὐτοὶ νομίζουν ὅτι δὲν ἔχουν κανένα συμφέρον ἀπὸ αὐτά.

50.
Ἐγώ, καθὼς σκέπτομαι τὴν ποιότητα τῆς κατανύξεως, μένω ἔκθαμβος. Πῶς αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται πένθος καὶ λύπη εἶναι συμπεπλεγμένο μὲ τὴν χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως τὸ μελί μὲ τὸ κερί! Καὶ τί διδασκόμεθα ἀπὸ αὐτό; Ὅτι ἡ κατάνυξις εἶναι καθ᾿ ἑαυτὸ δῶρο τοῦ Κυρίου. Καὶ στὴν ψυχὴ ποὺ κατανύσσεται ὑπάρχει μία ἀληθινὴ ἡδονή, διότι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μὲ μυστικὸ τρόπο παρηγορεῖ τοὺς «συντετριμμένους τῇ καρδίᾳ».
Γιὰ νὰ ἀποκτήσωμε γνήσιο καὶ καθαρὸ πένθος καὶ ὀδύνη ὠφέλιμη, (ἀφοῦ καὶ τὰ ἀντίθετα διδάσκουν), ἂς ἀκούσωμε μιὰ ψυχωφελῆ καὶ πολὺ ἀξιοθρήνητη διήγησι:

Ἔμενε ἐδῶ κάποιος μοναχὸς Στέφανος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀσπασθῆ τὴν ἐρημικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ ζωή. Ἀγωνίσθηκε πολλὰ ἔτη στὴν μοναχικὴ παλαίστρα. Ἦταν στολισμένος μὲ νηστεῖες, καὶ ἰδιαιτέρως μὲ δάκρυα καὶ μὲ ἄλλα ἐνάρετα κατορθώματα. Εἶχε τὸ κελλί του στὴν κατάβασι τοῦ ἁγίου τούτου ὄρους, (κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Κορυφή), στὸ σημεῖο ποὺ εὑρίσκεται τὸ σπήλαιο τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἀείμνηστος γιὰ πιὸ ἀκριβῆ καὶ κοπιαστικὴ μετάνοια καὶ ἄσκησι, ἐπῆγε στὸν τόπο ὅπου ἔμεναν οἱ ἀναχωρηταί, ποὺ ὀνομάζεται Σίδδης. Παρέμεινε ἐκεῖ μερικὰ χρόνια μὲ ὑπερβολικὲς στερήσεις καὶ σκληρὴ ἄσκησι, ἐφ᾿ ὅσον ὁ τόπος ἦταν «ἀπαράκλητος» καὶ ἀδιάβατος σχεδὸν ἀπὸ ἀνθρώπους – ἀπεῖχε περίπου ἑβδομήντα μίλια ἀπὸ τὸ κάστρο. Ἔπειτα, γύρω στὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἀνεβαίνει ὁ γέροντας αὐτὸς στὸ κελλί του, κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Κορυφή. Εἶχε μάλιστα καὶ δυὸ ὑποτακτικοὺς ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη πολὺ εὐλαβεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ τοῦ ἐφύλαγαν τὸ κελλὶ πρὶν ἐπιστρέψη.

Ἀφοῦ ἐπέρασαν ὀλίγες ἡμέρες ἔπεσε σὲ ἀσθένεια, μὲ τὴν ὁποία καὶ ἐτελείωσε τὴν ζωή του. Τὴν παραμονὴ τοῦ θανάτου του περιέπεσε σὲ ἔκστασι καὶ μὲ τὰ μάτια ἀνοικτὰ παρατηροῦσε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῆς κλίνης του. Σὰν νὰ τὸν ἀνέκριναν κάποιοι, ἀπαντοῦσε -τὸν ἄκουγαν ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι- καὶ ἄλλοτε ἔλεγε: «Ναί, πράγματι, ἀληθινά, πλὴν ὅμως ἐνήστευσα τόσα ἔτη γι᾿ αὐτό». Ἄλλοτε: «Ὄχι. Εἶναι ψέμα. Αὐτὸ δὲν τὸ ἔκανα». Ἔπειτα ἀπὸ λίγο: «Αὐτὸ ναί, ἀληθινὰ τὸ ἔπραξα, ἀλλὰ ἔκλαυσα, ἔκανα διακονήματα ἀγάπης». Καὶ πάλι: «Ἀληθινά μὲ κατηγορεῖτε». Μερικὲς φορὲς γιὰ ὡρισμένα ἀπαντοῦσε: «Ναί, ἀληθινά, ναί. Γι᾿ αὐτὰ δὲν ἔχω τί νὰ ἀπολογηθῶ. Ὁ Θεὸς εἶναι ἐλεήμων».

Ἦταν ἀλήθεια ἕνα θέαμα φρικτὸ καὶ φοβερό. Ἕνα δικαστήριο ἀόρατο καὶ χωρὶς ἔλεος. Καὶ τὸ φοβερώτερο, ὅτι τὸν κατηγοροῦσαν καὶ γιὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶχε διαπράξει. Ὁ ἡσυχαστὴς αὐτὸς καὶ ἀναχωρητὴς γιὰ ὡρισμένα πταίσματά του -ἀλλοίμονο!- ἔλεγε: «Γι᾿ αὐτὰ δὲν ἔχω τί νὰ εἰπῶ». Καὶ εἶχε σαράντα περίπου ἔτη μοναχός, χωρὶς νὰ τοῦ λείπη καὶ τὸ δάκρυ!

Ἀλλοίμονο! Καὶ πάλι ἀλλοίμονο! Ποῦ ἦταν τότε ἡ φωνὴ ἐκείνη τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ, γιὰ νὰ τοὺς εἰπῆ: «Ἐν ᾧ εὕρω σε, ἐκεῖ καὶ κρίνω σε, εἶπεν ὁ Θεός» (πρβλ. Ἰεζ. λγ´ 12-16). Ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ χρησιμοποιήση μία τέτοια ἀπολογία. Γιατί ἄραγε; Ἄγνωστον. Ἂς ἔχη δόξα ὁ Θεός, ὁ μόνος ποὺ γνωρίζει. (Ἂς σημειωθῆ καὶ τοῦτο): Ὁ μοναχὸς αὐτός -μοῦ τὸ διηγήθηκαν ἀψευδεῖς μάρτυρες- στὴν ἔρημο (εἶχε τόσο χάρι), ὥστε νὰ τρέφη μὲ τὰ χέρια του καὶ λεοπάρδαλι.

Καὶ ἐνῷ συνεχιζόταν ἡ αὐστηρὰ αὐτὴ δικαστικὴ ἀνάκρισις, ἀποχωρίσθηκε τὸ σῶμα του, χωρὶς νὰ ἀφήση καμμία ἔνδειξι γιὰ τὴν κρίσι ἢ τὸ πόρισμα ἢ τὴν ἀπόφασι καὶ τὸ τέλος τῆς δίκης.

51.
Ἡ χήρα ποὺ ἔχασε τὸν ἄνδρα της καὶ ἔμεινε μὲ τὸ μονάκριβο παιδί της, αὐτὸ ἔχει σὰν μόνη παρηγορία της μετὰ τὸν Κύριον. Παρόμοια καὶ γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ ἁμάρτησε δὲν ὑπάρχει ἄλλη καμμία παρηγορία τὴν ὥρα τοῦ θανάτου ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κόπους τοῦ λαιμοῦ, (τὴν νηστεία δηλαδή), καὶ τὰ δάκρυα. Ὅσοι πενθοῦν ἔτσι, δὲν θὰ ψάλουν ποτὲ οὔτε θὰ ξεσπάσουν σὲ ἀλαλαγμοὺς ὕμνων, διότι ὅλα αὐτὰ ἀφανίζουν τὸ πένθος. Ἐὰν ἐπιχειρῆς μὲ αὐτὰ νὰ ἀποκτήσης τὸ πένθος, γνώριζε ὅτι εὑρίσκεσαι μακρυὰ ἀπὸ τὸν σκοπό σου. Διότι πένθος σημαίνει συνεχὴς καὶ μονιμοποιημένη κατάστασις πόνου σὲ μία φλογισμένη (ἀπὸ θεϊκὴ ἀγάπη) ψυχή.
52.
Κάποιος «δόκιμος ἐργάτης» τοῦ ἐπαινετοῦ αὐτοῦ πένθους μοῦ ἀνέφερε τὸ ἑξῆς: «Πολλὲς φορὲς ποὺ ἐπήγαινα νὰ παρασυρθῶ στὴν κενοδοξία ἢ στὴν ὀργὴ ἢ στὴν γαστριμαργία, διαμαρτυρόταν μέσα μου ὁ λογισμὸς τοῦ πένθους καὶ μοῦ ψιθύριζε: «Μὴν κενοδοξήσης, γιατί σὲ ἐγκαταλείπω». Παρόμοια καὶ γιὰ τὰ ἄλλα πάθη. Καὶ ἐγὼ τοῦ ἀπαντοῦσα: «Δὲν θὰ σὲ παρακούσω μέχρις ὅτου μὲ ὁδηγήσης ἐμπρὸς στὸν Χριστόν».

53.
Ἡ ἄβυσσος τοῦ πένθους ἀντικρύζει τὴν (ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ) παράκλησι. Καὶ ἡ καθαρότης τῆς καρδίας δέχεται τὴν (θεία) ἔλλαμψι. Ἔλλαμψις σημαίνει ἀπερίγραπτη ἐνέργεια, ἡ ὁποία κατανοεῖται χωρὶς νὰ κατανοῆται καὶ βλέπεται χωρὶς νὰ βλέπεται. Παράκλησις σημαίνει ἀνάψυξις τῆς ψυχῆς ἑνὸς πονεμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος σὰν νήπιο τὴν ὥρα αὐτὴ καὶ κλαυθμυρίζει μέσα του καὶ φωνάζει χαρούμενα. Ἀντίληψις σημαίνει ἀνανέωσις τῆς ψυχῆς ποὺ κατέπεσε ἀπὸ τὴν λύπη, μὲ θαυμαστὴ μεταβολὴ τῶν δακρύων τοῦ πόνου σὲ δάκρυα ἀνώδυνα.

54.
Τὰ δάκρυα τοῦ θανάτου γεννοῦν τὸν φόβο. Ὁ φόβος γεννᾶ τὴν ἀφοβία, καὶ ἔτσι προβάλλει ἡ χαρά. Καὶ ὅταν λήξη ἡ χαρὰ ποὺ δὲν λήγει, προβάλλει τὸ ἄνθος τῆς εὐλογημένης ἀγάπης.

55.
Ὅταν ἔρχεται στὴν ψυχή σου χαρά, νὰ τὴν διώχνης μὲ τὸ χέρι τῆς ταπεινοφροσύνης. Διότι δὲν πρέπει νὰ εἶσαι «εὐπαράδεκτος», μήπως καὶ ἀντὶ βοσκὸ ὑποδεχθῆς λύκο.

56.
Μὴ βιάζεσαι νὰ φθάσης τὴν θεωρία, ἐνῷ δὲν ἦλθε ἀκόμη ἡ ὥρα της. Ἄφησε καλύτερα νὰ κυνηγήση ἐκείνη καὶ νὰ φθάση τὸ κάλλος τῆς ταπεινώσεώς σου, ὁπότε καὶ θὰ ἑνωθῆ μαζί σου μὲ αἰώνιο πάναγνο γάμο.

57.
Στὶς ἀρχές, καθὼς τὸ νήπιο ἀντικρύζει τὸν πατέρα του, γεμίζει ὅλο ἀπὸ χαρά. Ὅταν ὅμως ὁ πατέρας ἀπουσιάση ὡρισμένο καιρὸ σκόπιμα καὶ ἔπειτα ἐπιστρέψη, τότε τὸ παιδὶ εἶναι γεμάτο καὶ ἀπὸ χαρὰ καὶ ἀπὸ λύπη. Ἀπὸ χαρά, διότι εἶδε αὐτὸν ποὺ ποθοῦσε, καὶ ἀπὸ λύπη, διότι τόσο καιρὸ στερήθηκε τὴν καλλονὴ τοῦ προσώπου του.

58.
Μερικὲς φορὲς κρύπτεται ἡ μητέρα ἀπὸ τὸ βρέφος της, καὶ ἐνῷ αὐτὸ τὴν ἀναζητεῖ κλαίοντας, ἐκείνη χαίρεται. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ μαθαίνει νὰ προσκολλᾶται πάντοτε κοντά της, καὶ ἀναφλέγει ἔντονα τὴν ἀγάπη καὶ τὸ φίλτρο ποὺ ἔχει γι᾿ αὐτήν. (Αὐτὰ ἔχουν κάποιο μυστικὸ νόημα). «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω» (Ματθ. ια´ 15), λέγει ὁ Κύριος (1).

59.
Ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφασι τοῦ θανάτου του, δὲν θὰ ἐνδιαφερθῆ πλέον γιὰ προγραμματισμοὺς θεατρικῶν παραστάσεων. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ πενθεῖ πραγματικά, δὲν θὰ σκεφθῆ ποτὲ τὴν τρυφὴ ἢ τὴν δόξα ἢ τὸν θυμὸ καὶ τὴν ἔξαψι τῆς ὀργῆς.

60.
Πένθος σημαίνει μονιμοποιημένη κατάστασις ὀδύνης στὴν ψυχὴ ποὺ μετανοεῖ. Ἡ ὀδύνη αὐτὴ γεννᾶ καθημερινὰ ὀδύνη ἐπάνω στὴν ὀδύνη, σὰν γυναίκα «τίκτουσα καὶ ὡδίνουσα».

61.
Ὁ Κύριος εἶναι δίκαιος καὶ ὅσιος. Καὶ σὲ ὅποιον ἀσκεῖται κανονικὰ στὴν ἡσυχία, ἀνάλογα τοῦ χαρίζει κατάνυξι. Καὶ ὅποιον ἀσκεῖται στὴν ὑποταγὴ κανονικά, κάθε ἡμέρα τὸν εὐφραίνει. Ὅποιος ὅμως δὲν ζῆ καθαρὰ καὶ ἀνόθευτα τὴν μία ἀπὸ τὶς δυὸ αὐτὲς ἀσκήσεις στερεῖται τὸ πένθος.

62.
Διῶξε τον ἐκεῖνον τὸν «κύνα» ποὺ πλησιάζει, ὅταν πενθῆς ὑπερβολικὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου, καὶ σοῦ ψιθυρίζει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἄσπλαγχνος καὶ ἀσυμπαθής. Διότι, ἐὰν προσέξης τὴν τακτική του, θὰ διαπιστώσης ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία σοῦ παρουσιάζει τὸν Θεὸν εὐσπλαγχνικὸ καὶ συγχωρητικό.

63.
Ἡ ἐπίμονος ἀπασχόλησις καὶ ἄσκησις (στὸ πένθος) δημιουργεῖ τὴν συνεχῆ καλλιέργειά του. Ἡ συνεχὴς καλλιέργεια ὁδηγεῖ στὴν γεῦσι του. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ γευόμεθα καὶ συναισθανόμεθα τὴν ἀξία του εἶναι δύσκολο νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσουν.

64.
Ὁσονδήποτε ὑψηλὴ καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀσκητική μας ζωή, ἐὰν δὲν ὑπάρχη πόνος στὴν καρδιά μας, ἀποβαίνει νοθευμένη καὶ ἀνωφελής.

65.
Πρέπει, πρέπει ὁπωσδήποτε, γιὰ νὰ τὸ εἰπῶ ἔτσι, ὅσοι ἐμολύνθηκαν καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα, νὰ ἀφαιρέσουν τὴν πίσσα ἀπὸ τὰ χέρια τους, μὲ φωτιὰ καὶ μὲ λάδι, μὲ τὴν ἀκατάπαυστη δηλαδὴ φλόγα τῆς καρδιᾶς τους καὶ μὲ τὸ λάδι τῆς θεϊκῆς εὐσπλαγχνίας.

66. Ε
ἶδα ἐγὼ σὲ μερικοὺς ἕνα ἀκρότατο ὅριο πένθους. Νὰ βγάζουν δηλαδὴ ἀπὸ τὸ στόμα τους αἷμα, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὴν πικραμένη καὶ πληγωμένη καρδιά τους. Καὶ ἐνθυμήθηκα τὰ λόγια του Ψαλμῳδοῦ: «Ἐπλήγην ὡσεὶ χόρτος καὶ ἐξηράνθη ἡ καρδία μου» (Ψαλμ. ρα´ 5).

67. Τ
ὰ δάκρυα τοῦ φόβου (τοῦ Θεοῦ) περιέχουν μέσα τους τὸν τρόμο καὶ τὴν προφύλαξι. Τὰ δάκρυα ὅμως τῆς ἀγάπης, πρὶν ἀπὸ τὴν κατάκτησι τῆς τελείας ἀγάπης, εἶναι κάπως ἐκτεθειμένα σὲ κίνδυνο, ἐκτὸς ἐὰν τὸ εὐλογημένο πῦρ τῆς ἀγάπης τὸν καιρὸ τῆς ἐνεργείας του πυρακτώση πολὺ τὴν καρδιά. Εἶναι δὲ ἀξιοθαύμαστο, ὅτι τὰ δάκρυα τοῦ φόβου, ὁ ὁποῖος εἶναι ταπεινότερο καὶ κατώτερο πράγμα, εἶναι ἀσφαλέστερα στὸν καιρό τους ἀπὸ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης.

68.
Ὑπάρχουν οὐσίες ποὺ ξηραίνουν τὶς πηγὲς τῶν δακρύων μας, καὶ ἄλλες ποὺ ἐπὶ πλέον δημιουργοῦν μέσα στὶς πηγὲς βόρβορο καὶ γεννοῦν θηρία. Καὶ παράδειγμα τοῦ ἑνὸς εἶναι ὁ Λὼτ ποὺ συνευρέθη παράνομα μὲ τὶς θυγατέρες του, ἐνῷ τοῦ ἄλλου ὁ διάβολος ποὺ ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν ἀγγελική του κατάστασι (2).

69.
Εἶναι μεγάλη ἡ κακία τῶν ἐχθρῶν μας: Τὶς μητέρες τῶν ἀρετῶν τὶς μετατρέπουν σὲ μητέρες κακιῶν! Καὶ τὶς αἰτίες τῆς ταπεινώσεως τὶς κάνουν αἰτίες ὑπερηφανείας.

70.
Πολλὲς φορὲς ὁδηγεῖ τὸν νοῦ μας σὲ κατάνυξι καὶ ἡ τοποθεσία ποὺ μένομε καὶ ἡ θέα ποὺ ἔχει. Ἂς σὲ πείσουν γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος, ὁ Ἠλίας καὶ ὁ Ἰωάννης, οἱ ὁποῖοι προσεύχονταν κατὰ μόνας (σὲ διαλεγμένους ἐρημικοὺς τόπους).

71.
Συνήντησα πολλὲς φορὲς μέσα στὸν θόρυβο τῶν πόλεων δάκρυα. (Προέρχονταν ἀπὸ δαιμονικὴ συνεργία). Ἦταν γιὰ νὰ μᾶς σπρώξουν πρὸς τὸν κόσμο, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι δὲν βλαπτόμεθα καθόλου ἀπὸ τὸν θόρυβο. Σ᾿ αὐτὸ ἀποσκοποῦσαν οἱ πονηροὶ δαίμονες.

72.
Ἕνας λόγος πολλὲς φορὲς ὑπῆρξε ἱκανὸς νὰ διασκορπίση τὸ πένθος. Εἶναι δὲ ἀξιοθαύμαστο, ἐὰν ἕνας λόγος μπόρεσε νὰ τὸ συγκεντρώση πάλι.

73.
Δὲν θὰ κατηγορηθοῦμε, ἀγαπητοί μου, δὲν θὰ κατηγορηθοῦμε τὴν ὥρα τοῦ θανάτου μας, διότι δὲν ἐθαυματουργήσαμε ἢ διότι δὲν ἐθεολογήσαμε ἢ διότι δὲν ἐγίναμε θεωρητικοί. Ὁπωσδήποτε ὅμως θὰ δώσωμε λόγο στὸν Θεὸν διότι δὲν ἐπενθήσαμε συνεχῶς.
----------


2.
Παλαιὸς σχολιαστὴς σημειώνει: «Ὗλες ποὺ ξηραίνουν τὶς πηγὲς τῶν δακρύων εἶναι ὁ οἶνος, ὅταν πίνεται χωρὶς μέτρο», ὅπως συνέβη στὴν περίπτωσι τοῦ Λώτ (Γεν. ιθ´ 30-36). Καὶ συμπληρώνει: «Ἄλλες ὕλες, ἂς τὶς εἰποῦμε ἔτσι, εἶναι, νομίζω, ἡ ἐξουσία καὶ ἡ ὑπερβολικὴ τιμή. Αὐτὲς προκαλοῦν τὴν ὑπερηφάνεια μὲ τὴν ὁποία ἐξέπεσε ὁ διάβολος».