Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Η επιστημονική ειδωλολατρεία της σύγχρονης εποχής

 

Χαρακτηριστικό της σημερινής εποχής είναι η προσκόλληση στις θετικές ή φυσικές επιστήμες και η ανάδειξη αυτών σε αποδείξεις της ανθρώπινης θεότητας. Πολλοί είναι οι σύγχρονοι άθεοι επιστήμονες, οι οποίοι κραυγάζουν για την ανυπαρξία του Θεού, την οποία μάλιστα προσπαθούν να αποδείξουν με ιδεολογικές,ωστόσο,κατασκευές και όχι τόσο καθαρά επιστημονικές. Στρεβλώνουν δηλαδή την επιστημονική μεθοδολογία και προχωρούν σε προσωπικά αυθαίρετα συμπεράσματα. Άλλοι, βλέποντας την τεράστια πρόοδο και τα ασύλληπτα επιτεύγματα της επιστήμης, θεωρούν πως στο εγγύς ή μακρινό μέλλον η επιστήμη θα εξηγήσει τα πάντα καταρρίπτοντας μια για πάντα την ιδέα περί Θεού. Υπάρχουν επίσης και αυτοί που αντιτίθενται στους προηγούμενους και υποστηρίζουν πως η επιστήμη θα αποδείξει την ύπαρξη του Θεού.


Σε κάθε περίπτωση η επιστήμη θεωρείται το κλειδί για την ερμηνεία των πάντων και ο σύγχρονος άνθρωπος αντιλαμβανόμενος την πρόοδο της επιστήμης αποκτά την ψευδαίσθηση της αυτοπληρότητας και ασυνείδητα ή συνειδητά λατρεύει τον εαυτό του ως θεό. Ομολογουμένως είναι όντως εντυπωσιακό να βλέπει κανείς τα κατορθώματα της ανθρώπινης διανοίας, η οποία αν και μεταπτωτική και σκοτισμένη δεν παύει να είναι διάνοια. Το πρόβλημα όμως έγκειται στο γεγονός πως η θεώρηση της πραγματικότητας γίνεται μονοδιάστατα, καθώς χάθηκε η προπτωτική πληρότητα. Έτσι ο μεταπτωτικός άνθρωπος βλέπει μόνο την μία όψη, αυτή της τεράστιας δυνατότητάς του να επεμβαίνει στο φυσικό περιβάλλον, να αποκωδικοποιεί το DNA, να δημιουργεί υβρίδια, να προλαμβάνει και να θεραπεύει αρρώστιες κοκ. Οπότε στρέφεται στον ίδιο του τον εαυτό, στις δυνατότητες της διανοίας και του λόγου του, (ε)αυτόν λατρεύει και θεοποιεί. Αυτή η λατρεία της κτιστής πραγματικότητας και του εαυτού είναι ειδωλολατρεία, αφού το κτιστό ταυτίζεται με το άκτιστο, με το οποίο είναι ριζικά ανόμοιο, εξαρτάται πλήρως από αυτό και επομένως ουδεμία ταύτιση δύναται να υπάρξει μεταξύ αυτών των δύο ανόμοιων οντολογικών κατηγοριών [1], αφού ουσιαστικά μόνο μία οντολογική κατηγορία υφίσταται και αυτή είναι η άκτιστη θεία πραγματικότητα, η οποία δημιουργεί βουλητικώς σύμπασα την κτίση.

Ο άνθρωπος και τα έργα του ως κτιστά έχουν όρια. Η επιστήμη λοιπόν έχει όρια, τα οποία δεν μπορούν να αντιληφθούν οι σύγχρονοι ανθρωπολάτρες, οι οποίοι έχουν την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας και της παντογνωσίας. Οι λόγοι της επιστήμης όμως διαρκώς ανανεώνονται και αντιστρατεύονται ο ένας τον άλλον μιας και ερευνάνε τα κτιστά δεδομένα, τα οποία τρέπονται και αλλάζουν κάθε φορά που ανανεώνεται η γνώση ως συνεχής ερευνητική δύναμη ενός τομέα του επιστητού, ως μια ειδική φιλοσοφία δηλαδή του εκάστοτε κλάδου που συστηματοποιεί και κατατάσσει μακροσκοπικά τις γνώσεις που αποκτώνται με τις επιστημονικές μεθόδους μικροσκοπικά. Επομένως μεταβάλλεται διαρκώς και είναι πάντοτε αποσπασματική και σχετική. Η ιδέα της παντογνωσίας υπό αυτό το πρίσμα είναι απατηλή, καθώς πρόκειται για μια δυναμική πορεία, η οποία όμως ποτέ δεν θραύει τα όριά της. Είναι γνώρισμα του μετρημένου και συνειδητοποιημένου επιστήμονα να έχει την ταπεινοφροσύνη, ως αυτογνωσία, του Νεύτωνα, ο οποίος έλεγε πως ο μεγαλύτερος σοφός ομοιάζει με ένα παιδί που παίζοντας στην ακρογιαλιά βάζει σε ένα κοχύλι μερικές σταγόνες νερού. Προς αυτές τις σταγόνες εξισώνεται όλη η σοφία του, σε σχέση με τον ανεξερεύνητο και απέραντο ωκεανό αληθειών (δεδομένων) που εκτείνεται μπροστά του [2]. Αυτήν την απλή αλήθεια παραγνωρίζουν οι σημερινοί «ειδωλολάτρες», που κυνηγούν εναγωνίως την παντογνωσία. Άλλωστε ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αναφέρει πως αυτοί που αγωνίζονται όλη τους την ζωή για να αποκτήσουν την κοσμική γνώση εξασφαλίζουν στους εαυτούς τους περισσότερη αγνωσία παρά γνώση [3], διότι ακριβώς η γνώση αυτή είναι μεταβλητή και εγκλωβίζει τον άνθρωπο στον κόσμο δίνοντάς του την ψευδαίσθηση της αυτοθέωσης από την μια, εξαιτίας των γοργών και εντυπωσιακών επιτευγμάτων της επιστήμης και την παγίδευση στον υλώδη τρόπο ζωής ως εμμονή με την ασταμάτητη θήρευση της γνώσης και των αποτελεσμάτων της από την άλλη.


Ο ρόλος της επιστήμης είναι η έρευνα των δεδομένων της κτιστής πραγματικότητας και η αξιοποίηση των πορισμάτων αυτής της έρευνας στην ζωή των ανθρώπων. Η επιστήμη προσφέρει ανέσεις και βελτιώνει τις συνθήκες διαβίωσης της ανθρωπότητας. Ο ρόλος της είναι προπαιδευτικός και εισαγωγικός στην θεογνωσία [4]. Κάθε άλλη ενασχόληση, σημαίνει ξεπέρασμα των φυσικών ορίων της και ολισθαίνει σε τραγικά συμπεράσματα. Όταν δηλαδή καταπιάνονται οι επιστήμονες με τον Θεό προσπαθώντας είτε να Τον αποδείξουν είτε να Τον απορρίψουν με βάση την επιστημονική μεθοδολογία, κάνουν ένα λογικό σφάλμα και ξεπερνάνε τα όρια του εργαλείου αυτού που καλείται επιστήμη. Πολύ απλά διότι ο Θεός δεν είναι ένα φυσικό μέγεθος, είναι ριζικά ανόμοιος από οποιαδήποτε κτιστή περιοχή και γνώρισμα, επομένως αυτό που περιγράφεται από την επιστήμη δεν είναι η ουσία του θεού αλλά το τι δεν είναι θεός [5].

Φυσικά, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, η θύραθεν γνώση δεν καταδικάζεται διότι αυτή δεν είναι από την φύση της καλή ή κακή, αλλά εξαρτάται από το γνωμικό θέλημα του έλλογου όντος που την χρησιμοποιεί και συμμεταβάλλεται προς αυτό, καλλύνεται δηλαδή και κακύνεται ανάλογα με την χρήση της [6]. Από την μια η γνώση γυμνάζει τον νου, ο οποίος έτσι αντιλαμβάνεται την κτιστότητά του και βλέποντας την αρχή και την ξεδίπλωση του κόσμου αναζητά την ποιοτική του αιτία. Πρόκειται για τον άρρηκτο δεσμό της λεγόμενης φυσικής και υπερφυσικής αποκάλυψης, όπου η φυσική αναφέρεται στην έμφυτη (από τον Θεό ως κατ΄εικόνα δημιούργημά Του) λογική αντιληπτικότητα του ανθρώπου, ο οποίος δημιουργείται σε μια σχέση αναφοράς και κοινωνίας με τον Θεό και έτσι οδηγείται, ερευνώντας την κτιστή πραγματικότητα, στο άκτιστο και η υπερφυσική αναφέρεται στην άκτιστη ενέργεια του Θεού που συνέχει και υπάρχει μέσα στον κόσμο [7]. Δεν είναι λοιπόν κακή η γνώση από μόνη της αν την χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για εκγύμναση του νου του, ο οποίος άλλωστε για αυτό του εδόθη για να ερευνήσει το πώς της δημιουργίας [8] και ύστερα να οδηγηθεί στο Ποιός της δημιουργίας. Το πρόβλημα προκύπτει όταν ο άνθρωπος εγκλωβίζεται στην κοσμική γνώση, εκτοπίζει τον θεό από το σημείο αναφοράς του και ζει την ψευδαίσθηση της ολοκλήρωσης, ειδωλοποιώντας τον εαυτό του και την ύλη. Πρόκειται περί μιας φοβερής πλάνης που δεικνύει την τραγικότητα του μεταπτωτικού ανθρώπου, ο οποίος στρέφεται στον εαυτό του, προκειμένου να βρει ένα σημείο αναφοράς που θα βάλει φρένο στα υπαρξιακά του αδιέξοδα.


 

Παραπομπές:

 1. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος, Εμπειρική δογματική της ορθοδόξου καθολικής εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π.Ιωάννου Ρωμανίδη, Τόμος Α Δόγμα-Ηθική-Αποκάλυψη, σελ.284. Γ έκδοση, τόπος έκδ. Ιερά μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, Λεβαδειά 2018.
2. Ευάγγελος Δ. Θεοδώρου, Τα όρια της επιστημονικής γνώσεως (Πρυτανικός λόγος), εκδόσεις Πανεπιστημίου Αθηνών, τόπος εκδ. Αθήνα, 1981.
3. Γρηγόριος Παλαμάς, Άπαντα τα έργα 2, Λόγοι υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων,1.1,2 Εισαγωγή κείμενον-μετάφρασις-σχόλια υπό Παναγιώτου Κ. Χρήστου καθηγητού Πανεπιστημίου, σελ.62, εκδόσεις Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόπος εκδ. Θεσσαλονίκη 1992.
4. Μέγας Βασίλειος, Προς τους νέους 2.
5. Ιωάννης Δαμασκηνός,Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, κείμενο-μετάφραση-εισαγωγή- σχόλια Νικόλαος Ματσούκας, σελ.36,38, εκδόσεις Πουρναρά, τόπος έκδ. Θεσσαλονίκη 2009.
6. Γρηγόριος Παλαμάς,1,1.6,σελ. 72.
7. Ιωάννης Δαμασκηνός, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, κείμενο-μετάφραση-εισαγωγή-σχόλια Νίκου Ματσούκα, σελ.457.
8. Μέγας Βασίλειος, εις την Εξαήμερον,PG 29,33B.«πολλὰ ἀπεσιώπησεν, ὕδωρ, ἀέρα, πῦρ, τὰ ἐκτούτων ἀπογεννώμενα πάθη• ἃ πάντα μὲν ὡς συμπληρωτικὰ τοῦ κόσμου συνυπέστη τῷ παντὶ δηλονότι• παρέλιπεδὲ ἡ ἱστορία, τὸν ἡμέτερον νοῦν γυμνάζουσα πρὸς ἐντρέχειαν, ἐξ ὀλίγων ἀφορμῶν παρεχομένη ἐπιλογίζεσθαι τὰ λειπόμενα

Κεντρικά σημεία της διδασκαλίας του π. Ιωάννου Ρωμανίδη Του σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου Ιεροθέου

 

  https://youtu.be/9-B6yb1P-N0?si=37zvZSQYdjG_d5Do

Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

 

Η διδασκαλία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη συντονίζεται στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, την οποία εκείνος παρουσίασε με έναν σύγχρονο τρόπο στους φοιτητές του, τους ακροατές του και τους συνομιλητές του, όπως το έκανε και με τα γραπτά του. Όταν κανείς τον συναντούσε και συζητούσε για ελάχιστα λεπτά της ώρας μαζί του, μπορούσε να παραλάβει μια συμπεπυκνωμένη διδασκαλία. Είχε την ικανότητα σε μικρό χρονικό διάστημα να μεταδίδει με τρόπο ευσύνοπτο και απλό τον πυρήνα της διδασκαλίας του.

Στην συνέχεια θα εκτεθούν δέκα σημεία, που είναι οι κεντρικές θέσεις της διδασκαλίας του, όπως τις έχω αντιληφθεί.

1. Ο Θεός της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι Θεός της αποκαλύψεως, δηλαδή ο Θεός ο οποίος φανερώθηκε στους Προφήτες, Αποστόλους και Αγίους κάθε εποχής και οι οποίοι χαρακτηρίζονται θεούμενοι και είναι φίλοι του Θεού. Ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι Θεός των φιλοσόφων και των στοχαστών, αλλά ο Θεός των Πατέρων ημών. Αποκαλύπτεται δε στους Θεουμένους, σε αυτούς, δηλαδή, που βρίσκονται σε ένα επίπεδο πνευματικής καταστάσεως, για να αισθανθούν την κοινωνία μαζί Του.

Η πνευματική αυτή κατάσταση λέγεται θεωρία, δηλαδή, οι θεόπτες βλέπουν τον Θεό μέσα στο Φως της δόξης Του. Αυτή η θέα είναι κοινωνία. Η κοινωνία προσφέρει γνώση και η γνώση αυτή είναι υπεράνω της ανθρώπινης γνώσεως. Κατά την διάρκεια της θεωρίας ο θεούμενος δεν έχει νοήματα, μετέχει του Φωτός, αλλά μετά την θεωρία καταγράφει την εμπειρία του με λέξεις και εικόνες που λαμβάνει από το περιβάλλον. Ο Θεός είναι Φως, οι Άγιοι ζουν μέσα στο Φως και στην συνέχεια περιγράφουν την άκτιστη αυτήν πραγματικότητα με στοιχεία της κτιστής πραγματικότητας. Η λέξη «άκτιστος» σημαίνει αδημιούργητος, δηλαδή δεν είναι κτιστός. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστού και οι θεούμενοι το αντιλαμβάνονται αυτό κατά την διάρκεια της θεοπτικής τους εμπειρίας. 

Η γνώση του Θεού, που γίνεται με άκτιστα ρήματα, μεταφέρεται με κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα, αφ' ενός μεν για να κατηχηθούν οι πιστοί και να πορευθούν τον δρόμο της Θεώσεως, αφ' ετέρου δε για να αντιμετωπισθούν οι αιρετικοί. Έτσι, καταρτίσθηκαν τα δόγματα από τις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους. Άλλο είναι το δόγμα περί της Αγίας Τριάδος και άλλο είναι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος.

Επομένως, ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι Θεός των στοχαστών ούτε των φιλοσόφων, αλλά ο Θεός των Πατέρων ημών.

 

2. Τόσο στην Παλαιά Διαθήκη όσο και στην Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος για τον Τριαδικό Θεό, ήτοι τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα. Δεν κάνει λόγο μόνον η Καινή Διαθήκη για τον Τριαδικό Θεό, αλλά και η Παλαιά Διαθήκη. Τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν κοινή ουσία-φύση και ιδιαίτερα υποστατικά ιδιώματα, που είναι του Πατρός το αγέννητο, του Υιού το γεννητό και του Αγίου Πνεύματος το εκπορευτό.

Ο Θεός υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες της ανθρώπινης και κτιστής ύπαρξης, είναι ορατός και αόρατος, γνωστός και άγνωστος, περιγραπτός και απερίγραπτος, γι' αυτό και δεν μπορούν να εφαρμόζονται στον Θεό οι περσοναλιστικές κατηγορίες.

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο κρυπτόμενος, αλλά και κρύπτεται φανερούμενος. Ο Θεός είναι ένα μυστήριο και δεν είναι μόνον πρόσωπο με την έννοια που εμείς προσδίδουμε στην έννοια του προσώπου, δηλαδή με τις ανθρωπομορφικές εκφράσεις μας, αλλά είναι κάτι πέρα από αυτά. Στην κατάσταση της θεοπτίας καταργούνται όλα τα νοήματα και μετέχεται ο Θεός ως υποστατικό Φως.

Στον Τριαδικό Θεό υπάρχουν κοινά και ακοινώνητα. Τα κοινά είναι η ουσία, η φύση, η ενέργεια, η δόξα κλπ. Ενώ τα ακοινώνητα είναι το αγέννητο, το γεννητό και το εκπορευτό. Ο Πατήρ κοινωνεί την ουσία Του στον Υιό δια της γεννήσεως και κοινωνεί την ουσία Του στο Άγιον Πνεύμα (δια του Λόγου) δια της εκπορεύσεως. Επομένως, στον Τριαδικό Θεό υπάρχει κοινωνία φύσεως-ουσίας και ενεργείας και όχι κοινωνία προσώπων. Τα πρόσωπα αλληλοπεριχωρούνται, αλλά δεν υπάρχει κοινωνία προσώπων, επειδή τα ακοινώνητα δεν κοινωνούνται.

Γη γνώση του Τριαδικού Θεού γίνεται κατά την διάρκεια της θεοπτικής εμπειρίας, οπότε βλέπει κανείς τον Θεό ως Φως, δια του Φωτός, εν τω Φωτί. Το Φως είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού.

 

3. Ο Θεός που αποκαλύπτεται στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο άσαρκος Λόγος, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου, δηλαδή του ακτίστου Λόγου, και των κτιστών αγγέλων. Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουν τον Πατέρα δια του άσαρκου Λόγου εν Αγίω Πνεύματι. Με αυτήν την έννοια στην Παλαιά Διαθήκη αποκαλύπτεται ο Τριαδικός Θεός.

Στην Καινή Διαθήκη ο Άκτιστος Λόγος αποκαλύπτεται εν σαρκί, αφού προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση από την Παναγία μητέρα Του. Έτσι, από άσαρκος Λόγος γίνεται σεσαρκωμένος, από Μεγάλης Βουλής Άγγελος γίνεται Χριστός, που στα Εβραϊκά σημαίνει Μεσσίας. Η λέξη Χριστός σημαίνει ότι η ανθρώπινη φύση χρίσθηκε από τον Θεό, ο ίδιος ο Θεός (Πατήρ, Υιός, Άγιον Πνεύμα) έχρισε την ανθρώπινη φύση. Και στην Καινή Διαθήκη δια του Χριστού βλέπουμε τον Πατέρα εν Αγίω Πνεύματι. Όταν ο Φίλιππος είπε στον Χριστό: «δείξον ημίν τον πατέρα και αρκεί ημίν», ο Χριστός του απάντησε: «τοσούτον χρόνον μεθ' υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα· και πώς συ λέγεις, δείξον ημίν τον πατέρα;» (Ιωάννης ιδ' 8-9).

 

4. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και το τελειότερο δημιούργημά Του είναι ο άνθρωπος. Ο Θεός είναι άκτιστος, ενώ ο κόσμος είναι κτιστός, που σημαίνει ότι έχει μια συγκεκριμένη αρχή, έχει φθορά και έχει τέλος. Η ψυχή του ανθρώπου είναι δημιούργημα του Θεού και ως κτίσμα έπρεπε να έχει τέλος, αλλά όμως δεν υπάρχει τέλος της ψυχής, διότι ο Θεός θέλησε διαφορετικά. Έτσι, η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη κατά Χάρη και όχι κατά φύση. Έπειτα στον άνθρωπο δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος. Ολόκληρος ο άνθρωπος, αποτελούμενος από ψυχή και σώμα, είναι θετικό δημιούργημα του Θεού και κλήθηκε για να ζει αιωνίως μαζί Του.

Ο Αδάμ και η Εύα είχαν ψυχή και σώμα, αλλά και την Χάρη του Θεού. Δεν πρόκειται για τρισύνθετο, αφού ο άνθρωπος έχει ψυχή και σώμα, αλλά για το ότι ο πραγματικός άνθρωπος έχει και την Χάρη του Θεού. Ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο ήταν οι πιο φυσιολογικοί άνθρωποι.

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ' εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του.

Η πραγματική εικόνα του Θεού του αοράτου είναι ο Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Ο άνθρωπος δεν είναι εικόνα του Θεού, αλλά είναι κατ' εικόνα Θεού, δηλαδή κατ' εικόνα του Λόγου. Το καθ’ ομοίωση είναι το να φθάσει ο άνθρωπος στην μέθεξη της δόξης του Θεού, Η αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου, ο οποίος έλαβε το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση, συμπεριελάμβανε και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, αφού «το αφθαρτοποιόν Πνεύμα κάνει τον άνθρωπον κατ’ εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού». Έτσι, ο γνήσιος άνθρωπος είναι αυτός που ζει εν Χριστώ και εν Αγίω Πνεύματι μέσα στο Φως της δόξης του Θεού.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ο άνθρωπος δεν είναι πρόσωπο κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού, αλλά είναι εικόνα του Λόγου, γιατί δεν υπ' άρχει καμιά αναλογία μεταξύ Θεού και ανθρώπου, μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Η μόνη γέφυρα μεταξύ κτιστού και ακτίστου είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός και οι φίλοι Του. Οι Πατέρες δεν ανέπτυξαν ιδιαίτερα την θεωρία περί του ανθρώπου ως προσώπου, γιατί γνώριζαν ότι ο άνθρωπος είναι κατ' εικόνα Θεού και πρέπει να φθάσει στο καθ' ομοίωση, την θέωση-δοξασμό, γι' αυτό δεν έλεγαν ότι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, αλλά ότι όλοι έχουν την νοερά ενέργεια, η οποία πρέπει να ενεργοποιηθεί, και να φθάσουν στην θέωση, δηλαδή να γίνουν θεούμενοι. 

 

5. Η πτώση του ανθρώπου είναι η απώλεια της δόξης του Θεού, σύμφωνα με το χωρίο του Αποστόλου Παύλου: «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμαίους Γ', 23). Ο θάνατος δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό, αλλά ήλθε κατά συμβουλή του διαβόλου και ως αποτέλεσμα της απομακρύνσεώς του από την δόξα του Θεού. Η κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος στους ανθρώπους δεν είναι κληρονόμηση της ενοχής, αλλά κληρονόμηση των αποτελεσμάτων της απομακρύνσεώς του ανθρώπου από τον Θεό, που είναι ο θάνατος.

Το τι ακριβώς συνέβη με το προπατορικό αμάρτημα, φαίνεται από την διδασκαλία των Πατέρων περί του ανθρώπου, Σύμφωνα με αυτήν, η ψυχή του ανθρώπου έχει δύο παράλληλες ενέργειες, ήτοι την νοερά και την λογική ενέργεια. Με την αμαρτία η νοερά ενέργεια (νους) σκοτίσθηκε και έπαυσε να έχει επικοινωνία με τον Θεό.

Με την αμαρτία εισήλθε στον πεπτωκότα άνθρωπο το θηρίο του θανάτου, που απειλεί την ζωή του. Είναι θάνατος πνευματικός και σωματικός. Έτσι, ο άνθρωπος έχασε την μνήμη του Θεού και ζει με την λογική και την φαντασία.

Οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη καθάρισαν την καρδιά τους από τα πάθη, φωτίσθηκε ο νους τους από την Χάρη του Θεού και έφθασαν στην θεωρία βλέποντας την δόξα του Θεού. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στον Προφήτη Μωυσή, γι' αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, προκειμένου να παρουσίαση το πρότυπο του τελείου ανθρώπου, παρουσίασε τον Μωυσή.

Έτσι, οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη είναι φίλοι του Θεού, κατηλλάγησαν με τον Θεό, έφθασαν στην μέθεξη της δόξης Του, αλλά δεν μπορούσαν να νικήσουν τον θάνατο, γι' αυτό και κατέβαιναν στον Άδη. Με την θεοπτία την οποία είχαν, υπερέβησαν τον πνευματικό θάνατο, αν και αυτό ήταν προσωρινό, αλλά δεν μπορούσαν να υπερβούν τον σωματικό θάνατο. Ο Χριστός με την κάθοδό Του στον Άδη απελευθέρωσε τους φίλους Του από το κράτος του θανάτου.

 

6. Ο άσαρκος Λόγος της Παλαιάς Διαθήκης σαρκώθηκε, προσέλαβε το παθητό και το θνητό της φύσεως του ανθρώπου, χωρίς την αμαρτία, για να νικήσει τον θάνατο πάνω στο σώμα Του και έτσι να απαλλάξει τους ανθρώπους από το κράτος του θανάτου και όχι από την οργή του Θεού, όπως ισχυρίζονται οι Φραγκολατίνοι.

Ο Χριστός δίδαξε εν παραβολαίς τον λαό, αποκάλυψε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού στους Μαθητές που εγκατέλειψαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν και μερικούς από αυτούς τους εισήγαγε μέσα στην Βασιλεία του Θεού, στο άκτιστο Φως της θεότητος, όπως συνέβη στο Όρος Θαβώρ.

Το μυστήριο του Σταυρού και της αναστάσεως του Χριστού ελευθερώνει τους Θεού μένους από την αμαρτία, τον διάβολο και τον θάνατο. Το μυστήριο του Σταυρού ενεργούσε και στην Παλαιά Διαθήκη, διότι δι' αυτού οι Προφήτες και οι δίκαιοι γίνονταν φίλοι Του, αλλά δεν τους απάλλασσε από το κράτος του θανάτου, πράγμα το οποίο έγινε με το ιστορικό γεγονός της σταυρώσεως και της αναστάσεως του Χριστού και την ζωή τους στην Εκκλησία.

Το κοινό γνώρισμα της Παλαιός και Καινής Διαθήκης είναι οι βαθμοί της πνευματικής τελειότητος, ήτοι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Οι Προτεστάντες επειδή απέρριψαν τον μοναχισμό και υιοθέτησαν τις θεωρίες του απολύτου προορισμού του Καλβίνου και τα περί σωτηρίας του ανθρώπου με μόνη την πίστη του Λουθήρου, καθώς επίσης επειδή απέρριψαν τις θεωρίες των Φραγκολατίνων περί αξιομισθιών και καθαρτηρίου πυρός, καταφέρθηκαν εναντίον της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως, ως δήθεν προερχόμενα από τους ειδωλολάτρες.

Όμως, τα περί καθάρσεως, φωτισμού και Θεώσεως, με διαφορετική έννοια από εκείνη που έδιναν οι Νεοπλατωνικοί, είναι κοινή παράδοση των Προφητών, Αποστόλων και Αγίων, ως μέθοδος θεραπείας και γνώσεως του Θεού. Αυτή είναι η Ορθόδοξη άσκηση.

 

7. Η Εκκλησία υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη ως κοινωνία των δικαίων και των Προφητών με τον Μεγάλης Βουλής Άγγελο. Όμως, η Εκκλησία με την ενσάρκωση του Χριστού γίνεται σώμα Του και εκείνος κεφαλή της. Αυτή είναι «η πάσα αλήθεια» την οποία αποκάλυψε το Άγιον Πνεύμα στους Αποστόλους την η μέρα της Πεντηκοστής, και πέρα από αυτό δεν υπάρχει άλλη αλήθεια.

Στην Παλαιά Διαθήκη η άκτιστη Χάρη του Θεού μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και πολλαπλάσιάζεται απολλαπλασιάστως εν πολλοίς. Αυτό γίνεται στην Καινή Διαθήκη και με το θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, το οποίο προσέλαβε από την Παναγία και έγινε πηγή τής ακτίστου Χάριτος του Θεού. Έτσι, στην ζωή της εκκλησίας και το Σώμα του Χριστού μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως εν πολλοίς. Αυτό είναι το πλήρωμα της αληθείας και πέραν αυτού δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Μέσα στην Εκκλησία γνωρίζουμε και βιώνουμε την αλήθεια και τον Χριστό.

Η Εκκλησία στην Καινή Διαθήκη είναι Σώμα Χριστού, το οποίο είναι ενωμένο με την κεφαλή, τον Χριστό, και δεν είναι εις τύπον της Αγίας Τριάδος. Βεβαίως, δια του Χριστού οι θεούμενοι γνωρίζουν τον Πατέρα και κοινωνούν του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή μετέχουν τής ακτίστου ενεργείας του Θεού, αλλά δεν κοινωνούν των Προσώπων της Αγίας Τριάδος.

Ο Χριστιανός με το Άγιο Βάπτισμα, με το Άγιο Χρίσμα γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος, αφού ενεργοποιείται η νοερά ενέργεια της ψυχής και γίνεται αδιάλειπτη προσευχή, και με την Θεία Ευχαριστία κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Τότε γεύεται την πρώτη ανάσταση. Τα κέντρα της εκκλησιαστικής ζωής είναι η Θεία Ευχαριστία, η προσευχή και η ανάγνωση της Αγίας Γραφής, η οποία αναλύεται από Προφήτες. Έτσι, έχουμε την Θεία Ευχαριστία, τον κανόνα της προσευχής - ακολουθιών, όπως συναντάται στο Μέγα Ευχολόγιο και τις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Δηλαδή, η Θεία Ευχαριστία συνδέεται αναπόσπαστα με τα άλλα Μυστήρια και τις Ιερές Ακολουθίες, αλλά και με τα Ορθόδοξα δόγματα και τις προϋποθέσεις τους, που είναι ο Ορθόδοξος ησυχασμός.

Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, με τα Μυστήρια και την ησυχαστική παράδοση, ως μέθοδο θεραπείας, θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι τον επαναφέρει στην κατάσταση που βρισκόταν ο Αδάμ στον Παράδεισο και τον ανεβάζει ακόμη υψηλότερα, αφού τον ενώνει με τον Θεάνθρωπο Χριστό και νικά τον θάνατο. Ο Αδάμ στον Παράδεισο βρισκόταν στον φωτισμό του νου και στην θέωση. Μετά την πτώση έχασε την επικοινωνία με τον Θεό, σκοτίσθηκε ο νους του και ήταν επόμενο ο νους να ταυτισθεί με την λογική, τα πάθη και το περιβάλλον. Μέσα στην Εκκλησία πρέπει να γίνει η αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσεως, να καθαρισθεί η καρδιά από τα πάθη, να φωτισθεί ο νους και ο άνθρωπος να φθάσει στην θέωση. Αυτό λέγεται θεραπεία. Με αυτήν την έννοια η Εκκλησία είναι το πνευματικό θεραπευτήριο, το πνευματικό νοσοκομείο.

Η νοερά προσευχή είναι ένδειξη ότι ο άνθρωπος είναι ναός του Αγίου Πνεύματος και κοινωνεί του Χριστού. Μέσα στην Εκκλησία ο η άρχει και η λογική λατρεία, αλλά και η νοερά λατρεία. Η νοερά λατρεία γίνεται αδιάλειπτα. Ο νους πρέπει να καθαρισθεί από κάθε λογισμό και μέσα εκεί πρέπει να γίνεται μόνον η λεγάμενη μονολόγιστη προσευχή, να υπάρχει δηλαδή ένας λόγος, η μνήμη του Θεού.

Η Εκκλησία έχει δύο όψεις, την θετική και την αρνητική. Η θετική όψη είναι η Χριστολογία, ότι δηλαδή είναι το Σώμα του Χριστού και κοινωνία Θεώσεως, αφού η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση στο Πρόσωπο του Λόγου και θεώθηκε «άμα τη συλλήψει», «εξ άκρας συλλήψεως». Η αρνητική όψη είναι η δαιμονολογία, αφού κάνει αγώνα εναντίον του διαβόλου, της αμαρτίας και του θανάτου και θεραπεύει τον άνθρωπο, τον απαλλάσσει από «τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον» (Εβραίους Β΄, 14). Αυτό φαίνεται και από το έργο του Χριστού, ο οποίος ήλθε στον κόσμο «για να λύση τα έργα του διαβόλου» (Α Ιωάννης Γ', 8), όπως φαίνεται στα ευαγγέλια. Το παράδοξο δε και εκπληκτικό είναι ότι ο Χριστιανός όσο αισθάνεται και βιώνει την αρνητική όψη της Εκκλησίας, δηλαδή όσο πολεμά και νικά εν Χριστώ τον διάβολο, τόσο και βιώνει την θετική όψη της Εκκλησίας, την Χριστολογία, δηλαδή αισθάνεται την αγάπη του Χριστού και ενώνεται μαζί Του. Αυτό ουσιαστικά υπονοούν οι βαθμοί της πνευματικής ζωής, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Βέβαια, ο αγώνας εναντίον του διαβόλου γίνεται εν Χριστώ.

Η πολεμική εναντίον του διαβόλου είναι διαρκής σε όλα τα στάδια της πνευματικής ζωής. Ο διάβολος πολεμά τον άνθρωπο ανάλογα με τον βαθμό της πνευματικής του καταστάσεως, αλλά ο θεούμενος διακρίνει τις μεθοδείες του, γιατί ο νους του είναι φωτισμένος από την Χάρη του Θεού. Και όταν ο διάβολος εμφανίζεται «ως Άγγελος φωτός» (παράβαλλε Β΄ Κορινθίους ια', 14), τότε ο θεούμενος γνωρίζει ότι το φως αυτό δεν βιώνεται δια της συγκράσεως, όπως γίνεται με το άκτιστο Φως, το οποίο εξέρχεται μέσα από την καρδιά του θεουμένου, αλλά δια της συζυγίας, αφού το κτιστό φως του διαβόλου είναι παρυφιστάμενο, είναι έξω από τον άνθρωπο.

Έτσι, ο Χριστιανός αγωνιζόμενος εν Χριστώ, ζώντας στην Εκκλησία πορεύεται από το κατ' εικόνα στο καθ’ ομοίωση, από την ιδιοτελή στην ανιδιοτελή αγάπη, και μεταβάλλεται από δούλος σε μισθωτό και φίλο του Χριστού, βιώνει το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού ως μυστήριο καταλλαγής του με τον Θεό και γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος. Τότε γίνεται πραγματικός θεολόγος και μπορεί να εξασκήσει το έργο του Πνευματικού Πατρός.

Η αίρεση είναι άρνηση της μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού, δηλαδή συνίσταται στην αντικατάσταση της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως με τον στοχασμό και τον ηθικισμό, οπότε υπάρχουν διεστραμμένα αποτελέσματα. Εκείνος που στοχάζεται περί του Θεού είναι επόμενο να καταλήγει σε εσφαλμένες αντιλήψεις περί του Θεού, να κατασκευάζει έναν δικό του Θεό, σύμφωνα με τους στοχασμούς και την φαντασία του και ένα τέτοιος Θεός είναι ανύπαρκτος

Οι θεούμενοι δεν δέχονται τον στοχασμό στην Ορθόδοξη θεολογία και τον ηθικισμό στην πρακτική ζωή. Αντί του δυτικού στοχασμού και ηθικισμού δέχονται τον ησυχασμό. Το δόγμα είναι διατύπωση της αποκαλύψεως και συνδέεται με την ασκητική που οδηγεί τον άνθρωπο στην αποκάλυψη.

 

8. Η εσχατολογική ζωή δεν είναι η ζωή μετά τον θάνατο και μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αλλά είναι η εν Χριστώ ζωή, αφού ο Χριστός, ο Οποίος είναι «ο πρώτος και ο έσχατος», ήλθε στον κόσμο. Έτσι, η Βασιλεία του Θεού εισήλθε μέσα στον κόσμο, την ιστορία και ο άνθρωπος μπορεί να μεθέξει της Βασιλείας του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι οι θεόπτες μετέχουν από τώρα της Βασιλείας του Θεού και δεν την αναμένουν απλώς στο μέλλον. Αυτή είναι η πρώτη ανάσταση και θα ακολουθήσει και η δεύτερη ανάσταση μετά την ανάσταση των σωμάτων και την βίωση της Βασιλείας του Θεού με όλη την ύπαρξη, δηλαδή με την ψυχή και το σώμα.

Η μέθεξη της Βασιλείας του Θεού είναι μέθεξη τής ακτίστου δόξης του Θεού εν τω Φωτί στην υπόσταση του Λόγου. Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά ο δοξασμός, η θέα της θεότητος του Χριστού στην τεθεωμένη σάρκα Του. 

Ο κάθε θεόπτης στην Καινή Διαθήκη είναι μέλος του Σώματος του Χριστού και, όταν ορά αοράτως και γνωρίζει αγνώστως το άκτιστο Φως, μετέχει τής ακτίστου ενεργείας του Θεού. Η δράση του Φωτός γίνεται έσωθεν δια της Θεώσεως, αλλά και έσωθεν του θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, αφού είναι μέλος του Σώματος του Χριστού.

 

9. Ο Παράδεισος και η Κόλαση υπάρχουν εξ επόψεως τού ανθρώπου και όχι εξ επόψεως του Θεού. Ο Θεός θα εμφανισθεί σε όλους τους ανθρώπους και άλλοι θα δουν τον Θεό ως Φως, επειδή είχαν καθαρίσει το νοερό της ψυχής και είχαν αποκτήσει αυτοπτικό όμμα, οπότε αυτό είναι ο Παράδεισος, και άλλοι θα δουν τον Θεό ως πυρ και αυτό είναι η Κόλαση. Όταν καθίσει κανείς κάτω από τον ήλιο και άνοιξη τα μάτια του τα οποία δεν μπορούν να ανθέξουν την δράση αυτή, θα τυφλωθεί. Αυτό είναι η Κόλαση. Με αυτήν την έννοια λέγεται ότι ο Θεός είναι και φως και πυρ, γιατί άλλους φωτίζει και άλλους κατακαίει.

Ο Χριστός στην διδασκαλία Του, μιλώντας για την Κόλαση χρησιμοποίησε τις λέξεις «σκότος» και «κυρ». Αλλά το αισθητό σκότος δεν είναι πυρ το οποίο φωτίζει, και όταν υπάρχει το πυρ δεν υπάρχει το σκότος. Αυτό σημαίνει ότι η Κόλαση δεν είναι ούτε πυρ ούτε σκότος, όπως γνωρίζουμε εμείς τα στοιχεία αυτά στην κτιστή πραγματικότητα, αλλά είναι βίωση του ακτίστου Φωτός ως σκότους λόγω της ασθένειας του ανθρώπου. Επομένως, δεν έκανε ο Θεός την Κόλαση, αλλά ο άνθρωπος βιώνει τον Θεό ως Κόλαση, και ούτε η Κόλαση είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά είναι η άκτιστη Χάρη του Θεού που βιώνεται ως πυρ καταναλίσκον. Ο Θεός θα αγαπά όλους τους ανθρώπους, δικαίους και άδικους, αλλά οι άδικοι δεν θα μπορούν να καταλάβουν την αγάπη του Θεού.

Οι Άγιοι στην Βασιλεία του Θεού θα έχουν διαρκή πρόοδο στην μέθεξη της δόξης του Θεού, δεν θα υπάρχει μια ευδαιμονία, δηλαδή μια στατική κατάσταση, και οι κολασμένοι θα έχουν πώρωση και θα μετέχουν του Θεού ως πυρός. Μετά θάνατον δεν υπάρχει μετάνοια, αλλά υπάρχει πρόοδος στην μετάνοια, που σημαίνει ότι, όταν ο άνθρωπος αρχίσει να μετανοεί από αυτήν την ζωή, η μετάνοια θα ολοκληρωθεί στην άλλη.

 

10. Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του έγινε άνθρωπος και εισήλθε στην ιστορία. Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού ζει μέσα στην ιστορία και την εξαγιάζει. Αλλά και οι Άγιοι ζουν μέσα στην ιστορία. Ακόμη και μετά τον θάνατό τους, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται από τα ιερά λείψανά τους. Με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού δεν θα καταργηθεί η ιστορία, αλλά θα είναι μεταμορφωμένη. Ο Χριστός έχει την ανθρώπινη φύση πάντοτε ενωμένη με την θεία φύση στο πρόσωπό Του, «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Και οι άνθρωποι μετά την ανάσταση θα έχουν το δικό τους σώμα, αλλά μεταμορφωμένο. Έτσι, δεν καταργείται η ιστορία ούτε υπάρχει μετα-ιστορία, αλλά μεταμορφώνεται η ιστορία.

Η Εκκλησία που ζει μέσα στον χρόνο και την ιστορία προσέλαβε δια των Πατέρων στοιχεία του περιβάλλοντος για να εκφράσει την αποκαλυπτική αλήθεια. Προσέλαβε στοιχεία από την Εβραϊκή και την Ελληνική σκέψη, από τον ρωμαϊκό πολιτισμό, τα μεταμόρφωσε και έτσι δημιουργήθηκε ένας ιδιαίτερος πολιτισμός, που είναι το πνευματικό ένδυμα της αποκαλυπτικής αλήθειας· πρόκειται για την ρωμαίικη παράδοση. Η βάση της ρωμαίικης θεολογίας είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Αυτό εκφράσθηκε σε έναν ιδιαίτερο χώρο με την πολιτιστική του παράδοση και ονομάζεται Χριστιανική ρωμαϊκή θεολογία, Χριστιανικός ρωμαϊκός πολιτισμός.

Η αρχαία Εκκλησία, τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή, είχε ενιαία παράδοση και, κυρίως, ενιαία μεθοδολογία για την μέθεξη του Θεού που εκφραζόταν με την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Από τους δυτικούς Πατέρες διέφερε ο ιερός Αυγουστίνος, επειδή είχε νεοπλατωνικές και μανιχαΐκές παραδόσεις και επειδή δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα. Τις απόψεις του ιερού Αυγουστίνου τις χρησιμοποίησαν κατά κόρον οι Φράγκοι θεολόγοι της αυλής του Καρλομάγνου, πιθανολογείται μάλιστα ότι εκείνος που τις προώθησε και τις χρησιμοποίησε είναι ο Αλκουίνος, βασικός θεολόγος του Καρλομάγνου.

Με βάση αυτές τις θεωρίες οι Φράγκοι καταδίκασαν στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 μ. Χ. Τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, εισήγαγαν την θεωρία περί της αιώνιας ευδαιμονίας εν τω Θεώ, την μεθοδολογία του στοχασμού για την γνώση του Θεού, και, κατ' επέκταση, αρνήθηκαν την μέθοδο της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως, κατήργησαν την διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό (actus purus) και εισήγαγαν την θεωρία της γνώσεως της ουσίας του Θεού, το filioque κλπ.

Αυτές οι απόψεις αναλύθηκαν περισσότερο από θεολόγους της Δύσεως, ήτοι τον Άνσελμο Καντερβουρίας, τον Θωμά Ακινάτη, και άλλους σχολαστικούς θεολόγους, όπως τον Βαρλαάμ, οπότε διαμορφώθηκε μια άλλη πολιτιστική παράδοση, ένας άλλος πολιτισμός, που είναι αντίθετος από την Ορθόδοξη ρωμαίικη παράδοση. Μάλιστα δε, έφθασαν στο σημείο οι δυτικοί θεολόγοι να θεωρήσουν ότι οι ανατολικοί Πατέρες είχαν εισαγάγει διάφορες αιρέσεις στην θεολογία τους, επειδή δεν συμφωνούσαν με τις δικές τους απόψεις, και είναι γνωστά τα συγγράμματα Contra Errores Graecorum.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να δει κανείς την συζήτηση και την διαμάχη μεταξύ του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος εξέφραζε την Ορθόδοξη ρωμαϊκή παράδοση, και του Βαρλαάμ, ο οποίος ήταν εκπρόσωπος της δυτικής σχολαστικής θεολογίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατοχύρωσε συνοδικώς την διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και καταδίκασε τον Βαρλαάμ και τους όμοιους του.

 

Αυτές ήταν οι δέκα κεντρικές θέσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη.

Το σημαντικό είναι ότι ο π, Ιωάννης κατέληξε σε όλη αυτήν την θεολογία για πολλούς και διαφόρους λόγους.

Ο πρώτος, γιατί είχε κληρονομήσει μια προφορική ρωμαίικη παράδοση από τους γονείς του.

Ο δεύτερος λόγος, γιατί γνώρισε στην Αμερική που έζησε την δυτική παράδοση, όπως εκφραζόταν από τους Παπικούς και τους Προτεστάντες. Στους διαλόγους στους οποίους συμμετείχε γνώρισε το πνεύμα του δυτικού Χριστιανισμού, οπότε αναζήτησε τον πυρήνα της Ορθοδόξου διδασκαλίας στους Αποστολικούς Πατέρες, το ευχολόγιο της Εκκλησίας και στην ησυχαστική της παράδοση. Έπειτα επεκτάθηκε στους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και την Φιλοκαλία.

Ο τρίτος λόγος, γιατί σπούδασε σε μεγάλα κέντρα του δυτικού κόσμου, όπως στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στην Βοστώνη, στο Πανεπιστήμιο του Yale, στο Πανεπιστήμιο Columbia, στην Θεολογική Σχολή του Αγίου Βλαδίμηρου Νέας Υόρκης, στο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγίου Σέργιου στο Παρίσι, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, στην Θεολογική Σχολή Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και γνώριζε όλα τα θεολογικά, κοινωνικά και πολιτιστικά ρεύματα.

Ταυτόχρονα δίδαξε το μάθημα της δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, στην Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και στην Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή Λιβάνου.

Ο τέταρτος λόγος, γιατί ήταν ερευνητικό πνεύμα και μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να ενταχθούν οι πρώτες και μετέπειτα θεολογικές του εργασίες, καθώς επίσης και η κλασσική διατριβή του για το προπατορικό αμάρτημα.

Ο πέμπτος λόγος, γιατί είχε έκτακτα διανοητικά προσόντα, είχε χωρητικότητα νοός, γι' αυτό και έλαβε, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος, και το χάρισμα της θεολογίας, άλλα και γιατί συνάντησε Πατέρες που ασκούσαν την νοερά προσευχή και είχαν θεωρία Θεού και στους οποίους μαθήτευσε με ταπείνωση.

Έτσι, η θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη είναι προφητική, Αποστολική, πατερική, δηλαδή εκκλησιαστική. Επέμενε πολύ στα περί καθάρσεως. Φωτισμού και Θεώσεως, που είναι η μέθοδος της Ορθοδόξου θεολογίας και η οποία μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από τους Προφήτες. Αποστόλους και Πατέρες, και έχει αποτελέσματα, όπως φαίνεται στα ιερά λείψανα, Συγχρόνως, επέμενε και στα περί ρωμαίικης παραδόσεως, η οποία διαφυλάσσει την ουσία της αποκαλυπτικής αλήθειας, διότι αυτή η ρωμαίικη παράδοση αλλοιώθηκε από την φραγκολατινική παράδοση.

Τα όσα αναφέρθηκαν είναι μια μικρή αναφορά στην μνήμη του μεγάλου αυτού θεολόγου της εποχής μας, ο οποίος με την πάροδο του χρόνου θα λάβει την θέση που του αρμόζει στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας μας, γιατί συντονίσθηκε με το πνεύμα της Ορθοδόξου πατερικής παραδόσεως και εξέφρασε τον πυρήνα της.

Αιωνία η μνήμη του μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, του διδασκάλου του ησυχασμού και της εμπειρικής δογματικής θεολογίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.

Ορθόδοξη Εκκλησία και Ψυχή

 

Αφού είδαμε την προσέγγιση των επιστημών σχετικά με την ψυχή, περνάμε να εξετάσουμε και την θέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος. Η Ορθοδοξία λοιπόν διδάσκει, πως ο άνθρωπος είναι διφυής, αποτελούμενος από ψυχή και σώμα.67 Επομένως, λανθασμένα ορισμένες φορές η ψυχή ταυτίζεται με τον όλο άνθρωπο, αφού είναι ένα από τα δύο μέρη που απαρτίζουν την ύπαρξή του. Το σώμα δημιουργήθηκε μαζί με την ψυχή,68 τα οποία αμφότερα είναι θνητά, όμως η ψυχή είναι κατά χάριν Θεού αθάνατη, αφού φύσει Αθάνατος είναι μόνο ο Θεός,69 όπως αθάνατο μέλλει να γίνει και το σώμα μετά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.

Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, γιατί αφού με την πτώση του ανθρώπου επήλθε η φθορά και ο θάνατος, το μεν σώμα θνήσκει η δε ψυχή παραμένει αθάνατη. Αυτό συμβαίνει διότι το σώμα ανήκει στον υλικό κόσμο και έχει όλες τις ιδιότητες που διέπουν τα υλικά όντα, τα οποία καταλήγουν στον θάνατο, αντιθέτως η ψυχή επειδή δεν ανήκει στον υλικό κόσμο, διακατέχεται από άλλες αρχές, που την καθιστούν αθάνατη, γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι η τομή μεταξύ των δύο κόσμων και μετέχει και στις δύο κτίσεις. Η ψυχή αποτελεί το πνευματικό στοιχείο της ύπαρξης του ανθρώπου, και έχει τρεις κύριες δυνάμεις, την νοερά, την λογική και την πνευματική, διότι είναι πλασμένη κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδος, που είναι Νους, Λόγος και Πνεύμα. Σε αντίθεση όμως με την Τριαδική Θεότητα, η ανθρώπινη ψυχή έχει μόνο δυνάμεις και όχι υποστάσεις. Το γεγονός της αντιστοίχισης της ψυχής με τον Θεό, δείχνει ότι ο άνθρωπος ερμηνεύεται βάσει Αυτού, ερμηνεία η οποία είναι όχι απλώς ψυχολογική και ανθρώπινη, αλλά αποκαλυπτική, δηλαδή δείχνει ότι ο άνθρωπος έχει τις προϋποθέσεις να έρθει σε κοινωνία με τον Θεό, κάτι που βίωσαν όλοι οι Άγιοι.70, 71

Στην εκκλησιαστική ορολογία πολλές φορές οι όροι ψυχή, καρδιά και νους συγχέονται. Η καρδιά είναι η ουσία της ψυχής, που ταυτίζεται σε κάποιες περιπτώσεις με τον νου. Η ενέργεια της ψυχής είναι τα νοήματα, οι λογισμοί και η λεπτότερη προσοχή που διαχέεται έξω δια των αισθήσεων. Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό ο νους είναι ο οφθαλμός της ψυχής, δηλαδή το ανώτερο μέρος της. Άλλες φορές ο νους σημαίνει την δύναμη της ψυχής και άλλες φορές ολόκληρη την ψυχή. Ο νους, αλλά και όλη η ψυχή, διαιρείται σε ουσία και ενέργεια, όπως και στον Θεό υπάρχει αυτή η διάκριση μεταξύ ουσίας και ενέργειας, με τον νου να μην αποτελεί συστατικό της ανθρώπινης φύσης ξεχωριστό από την συναισθηματική ή λογική ψυχή, αλλά ενέργεια της ψυχής που δεν επηρεάζεται, αλλά επηρεάζει την λογική. Όσον αφορά τον όρο καρδιά, εννοούμε την πνευματική καρδιά και όχι το σωματικό όργανο, η οποία είναι ο χώρος που αποκαλύπτεται και κατοικεί ο Θεός στον άνθρωπο, με την εν Χάριτι άσκηση. Αποτελεί το πρώτο λογιστικό ταμείο της ψυχής, αφού εκεί βρίσκεται το κέντρο αυτής, που διευθύνει όλο το σώμα, και παρ’ όλο που η ψυχή διακρίνεται από αυτό, εν τούτοις συνδέεται πολύ στενά μαζί του.72 Αυτή την πνευματική καρδιά, σύμφωνα με την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, ο άνθρωπος όταν αρχίζει να καθαρίζεται από τα πάθη, την αισθάνεται μέσα στην σαρκική καρδιά, νιώθει δηλαδή ότι εκεί ενεργεί η Χάρις του Θεού.


Πως όμως η ψυχή λειτουργεί και συνυπάρχει με το σώμα; Όπως προαναφέρθηκε ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική οντότητα, κι έτσι με την σύλληψή του δημιουργείται και η ψυχή και όσο αυξάνεται το σώμα τόσο φανερώνει και τις ενέργειες της ψυχής, η οποία δεν έχει ηλικία όπως το σώμα, αφού ανήκει στην πνευματική κτίση που είναι έξωθεν του χρόνου, και διέπεται από διαφορετικούς κανόνες και συνθήκες. Αυτή βρίσκεται σε όλο το σώμα και όχι σε ένα συγκεκριμένο σημείο του, και όπως διδάσκουν οι Πατέρες, «πανταχού του σώματός εστιν, ουχ ων εν τόπω, ουδ’ ως περιεχομένη, αλλ’ ως συνέχουσά τε και περιέχουσα και ζωοποιούσα τούτο κατ’ εικόνα και τούτ’ έχουσα Θεού». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σημειώνει, πως η ψυχή όπως και οι Άγγελοι «ουκ εν τόπω εστίν, αλλ’ ουχί και πανταχού εστιν». Ο άνθρωπος φέρει δύο μνημονικά, το πρώτο είναι το σωματικό, που βρίσκεται στα κύτταρα και συνδέεται με το νευρολογικό σύστημα του οργανισμού. Αυτό έχει να κάνει με το DNA που βρίσκεται στα ανθρώπινα κύτταρα και αποτελεί το μνημονικό σύστημα κάθε κυττάρου, αλλά και με το νευρολογικό σύστημα, το οποίο κι αυτό είναι ένα μνημονικό σύστημα, δια του οποίου επικοινωνούν τα μέλη του σώματος με τον εγκέφαλο, ο οποίος αποτελεί το κέντρο του συστήματος αυτού. Το δεύτερο μνημονικό σύστημα έχει να κάνει με την μνήμη του Θεού, που ενεργείται στην ψυχή και βρίσκεται στην καρδιά, το οποίο γνωρίζεται από την πείρα με την νοερά προσευχή και τα αποτελέσματά της. Αυτός είναι ο λόγος που για παράδειγμα, κάποιος που πάσχει από μελαγχολία θεραπεύεται με την αποκατάσταση των χημικών συνδέσεων στις συνάψεις του εγκεφάλου, αλλά παράλληλα θεραπεύεται και η ψυχή με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που επεκτείνεται και στο σώμα.73

Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας, ο Θεός διευθύνει προσωπικά τον κόσμο, χωρίς κτιστά μέσα, αλλά με την άκτιστη ενέργειά Του, έτσι κατ’ ανάλογο τρόπο η ψυχή ενεργεί και διευθύνει όλο το σώμα. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης σημειώνει πως η ψυχή «τη ιδία φύσει ενεργούσα τε και κινουμένη και δια των σωματικών οργάνων τας ιδίας κινήσεις ενδεικνυμένη», με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά να προσθέτει πως έχει μέσα της μονοειδώς όλες τις προνοητικές δυνάμεις του σώματος. Οπότε, όσο η ψυχή βρίσκεται μέσα στο σώμα είναι πλήρως εναρμονισμένη και ενεργεί μαζί με αυτό, αν και είναι διαφορετική από αυτό, πραγματοποιώντας όλες τις λειτουργίες δια μέσω του σώματος, δηλαδή βλέπει με τα μάτια, ακούει με τα αυτιά, σκέφτεται με τον μυαλό, γι’ αυτό και όταν βλάπτονται μερικά μέλη του σώματος, οι προνοητικές δυνάμεις της ψυχής δεν ελαττώνονται, όπως επί παραδείγματι συμβαίνει όταν κάποιος πάθει αμνησία, όπου η ψυχή συνεχίζει να έχει μνήμη, ενώ ο εγκέφαλος δεν μπορεί να θυμηθεί λόγω της σωματικής βλάβης, γεγονός που έχει αντίκτυπο στην ολότητα του ανθρώπου. Γίνεται αντιληπτό λοιπόν, ότι οι αισθήσεις του ανθρώπου ανήκουν στο σώμα, έχοντας και η ψυχή τις δικές της αισθήσεις, γι’ αυτό όταν εξέλθει του σώματος πραγματοποιεί τις παραπάνω λειτουργίες με διαφορετικό τρόπο, έξω από τις ανθρώπινες αισθήσεις.74 Γι’ αυτό όταν οι Άγιοι καθαρίζονταν με την πνευματική άσκηση, οι εμπειρίες που βίωναν υπερέβαιναν πολλές φορές τις φυσικές καταστάσεις του σώματος, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με την εμπειρία της οράσεως του Ακτίστου Φωτός, οι οποίες όμως διαφέρουν από τον οριστικό διαχωρισμό σώματος και ψυχής με τον θάνατο, μετά τον οποίο ένα μέρος του σώματος κοιμάται κι ένα άλλο μένει ενσυνείδητο, με το όν να χάνει τις ψυχικές ικανότητες που είναι σύμφυτες με το σώμα, δηλαδή το αισθησιοκρατικό σύστημα, και την ψυχή πλέον να μην εμψυχώνει το σώμα, αλλά να μένει στο πνεύμα ως όργανο συνείδησης, διατηρώντας πλήρως την αυτοσυνειδησία που είχε πριν τον χωρισμό από το σώμα.75

Ακόμα ένα ζήτημα που είναι ανάγκη να αναλυθεί, έχει να κάνει με το μυαλό και τον νου του ανθρώπου. Η ψυχή αναλόγως που ενεργεί λαμβάνει και διάφορα ονόματα, γι’ αυτό οι Πατέρες από την πείρα τους διέκριναν την λογική ενέργεια, που είναι το ανθρώπινο μυαλό, δηλαδή όλο το νευρολογικό μνημονικό σύστημα, που ως κέντρο του έχει τον εγκέφαλο από την νοερά ενέργεια, που πρέπει να είναι στην καρδιά του ανθρώπου, όταν αυτή λειτουργεί σωστά, δηλαδή κατά Θεόν. Έτσι έχουμε το πνευματικό κέντρο που εδρεύει στην καρδιά και το διανοητικό που εδρεύει στον εγκέφαλο, οπότε, το ένα λέγεται διάνοια και λόγος, το άλλο λέγεται καρδιά ή πνεύμα του ανθρώπου. Η διάκριση αυτή είναι γνωστή στους Πατέρες, διότι ασχολούνται με την νοερά ενέργεια της ψυχής, σε αντίθεση με τους ψυχιάτρους που την αγνοούν, γι’ αυτό και την ταυτίζουν με την λογική. Υπάρχουν δύο παράλληλες λειτουργίες της ανθρώπινης προσωπικότητας, η λογική και η νοερά, κι αυτός είναι ο λόγος που ένας άνθρωπος δύναται με την λογική του να είναι έξυπνος, αλλά ο νους του να είναι πωρωμένος και να βρίσκεται σε πνευματικό σκότος. Από την άλλη, μπορεί κάποιος να είναι τελείως αγράμματος κατά την κοσμική μόρφωση, αλλά να έχει φωτισμένο νου και να οδηγεί τους συνανθρώπους του από το πνευματικό επίπεδο της κάθαρσης σε αυτό του φωτισμού. Αυτός είναι ο λόγος που στην Εκκλησία υπάρχουν μεγάλοι Άγιοι που ήταν αμόρφωτοι, αλλά απεδείχθησαν φωστήρες κατά την πνευματική ζωή. Βέβαια, υπάρχει και το φαινόμενο να είναι κανείς φωτισμένος τόσο στον νου όσο και στην διάνοια, γεγονός που έδωσε τους Μεγάλους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, που κατείχαν τόσο την θεολογική όσο και την κοσμική σοφία.76, 77


Φαίνεται λοιπόν, πως η λογική δεν είναι ενέργεια του σώματος και του εγκεφάλου, αλλά της ψυχής. Ο εγκέφαλος είναι το όργανο που δέχεται την λογική ενέργεια της ψυχής, αλλά δεν παράγει αυτός λογική, κι αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό από τα ζώα, που έχουν μεν εγκέφαλο, με τα κύτταρα και όλη την σχετική σύνθεση, αλλά δεν παράγουν τέλειες λογικές σκέψεις. Όπως λοιπόν η ψυχή δεν είναι αιωνία και δεν ανήκει στον πλατωνικό κόσμο των ιδεών, αλλά είναι δημιούργημα του Θεού, έτσι συμβαίνει και με την λογική ενέργεια, η οποία ανήκει στο κτιστό σύμπαν, είναι περιορισμένη και δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό. Ο λόγος είναι εκείνος που εκφράζει την εμπειρία και την ζωή του νου και αυτό γίνεται εν τω πνεύματι. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει πως ο νους βλέπει καθαρά τα πράγματα και γι’ αυτό πρέπει να καθαρίζεται με την πνευματική άσκηση, και ο λόγος (λογική) διατυπώνει και εκφράζει τα οραθέντα.

Όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ομοίως και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χαρακτηρίζει τον νου ως τον οφθαλμό της ψυχής, ενώ αναφέρει πως η διάνοια καθιστά τα αισθητά και νοερά διανοητά, δηλαδή η διάνοια δεν είναι εκείνη που γνωρίζει τις επουράνιες καταστάσεις, αλλά ο νους του ανθρώπου. Η διάνοια απλώς κάνει διανοητά όσα εμπειρικά ζει ο νους του ανθρώπου, αφού στον νου αποκαλύπτεται ο Θεός και στην διάνοια καταγράφεται αυτή η εμπειρία σε λογικές προτάσεις. Έτσι πριν την πτώση, ο νους είχε σχέση με τον Θεό και ο λόγος εξέφραζε την εμπειρία και την ζωή με την βοήθεια της διάνοιας. Μετά την πτώση όμως, διασαλεύθηκε ο εσωτερικός κόσμος της ψυχής και σταμάτησαν να υφίστανται εναρμονισμένες όλες οι εσωτερικές λειτουργίες. Ο νους σκοτίσθηκε και καλύφθηκε από τα πάθη, με συνέπεια ο λόγος μη μπορώντας να εκφράσει τις εμπειρίες του νου, να ταυτιστεί με την διάνοια. Έτσι οδηγηθήκαμε στο σημείο, το λογικό να υψωθεί πάνω από τον νου, γεγονός που επικρατεί στον μεταπτωτικό άνθρωπο και αποτελεί στην πραγματικότητα την ασθένεια του λόγου και του λογικού, διότι το λογικό έλαβε μεγαλύτερη θέση από το νου και τελικά αιχμαλώτισε τον λόγο, με απότοκο την μεγάλη ανωμαλία στον πνευματικό οργανισμό.78, 79

Ένα ουσιώδες θέμα που πρέπει επίσης να παρατεθεί είναι η διαφορά της ανθρώπινης ψυχής με τους Αγγέλους και την ψυχή των ζώων. Οι Άγγελοι έχουν νου και λόγο, επειδή είναι νοεροί και λογικοί, αλλά δεν έχουν ζωοποιό πνεύμα, επειδή δεν έχουν σώμα που ζωοποιείται από το πνεύμα, γι’ αυτό το κατ’ εικόνα στον άνθρωπο είναι ισχυρότερο από των Αγγέλων, ενώ τα ζώα έχουν ψυχή κατ’ ενέργεια και όχι κατ’ ουσία, δηλαδή η ψυχή κάθε αλόγου ζώου είναι και η ζωή του, και επειδή έχει μόνο ενέργεια, αποθνήσκει μαζί με το σώμα. Αντιθέτως, η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει μόνο ενέργεια, αλλά και ουσία, γι’ αυτό δεν συνδιαλύεται με το σώμα, αλλά παραμένει αθάνατη, ευρισκόμενη σε ανώτερη κατάσταση από εκείνη των ζώων, έχοντας την δυνατότητα να φτάσει στην θέωση. Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, οι δυνάμεις της ψυχής είναι η θρεπτική, η φανταστική και ορμητική, και η λογιστική και νοητική, με την ψυχή του ανθρώπου να κατέχει και τις τρεις, ενώ αυτή των ζώων μόνο τις δύο πρώτες.80 Αυτός είναι ο ρόλος της ψυχής, να δίνει δηλαδή την ζωή στο σώμα, γι’ αυτό και η ζωή διαφέρει από την επιβίωση. Η επιβίωση αφορά το σώμα, το οποίο ζει και ενεργοποιείται διά της ψυχής. Για παράδειγμα, όταν ένας κλινικά νεκρός άνθρωπος διατηρείται στην ζωή με μηχανική υποστήριξη, εκείνο που επιτυγχάνεται είναι η διατήρηση της επιβίωσης, διότι όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, δεν τελειώνει η ζωή του, αφού η ψυχή συνεχίζει να ζει δια της Χάριτος του Χριστού, που είναι η Όντως Ζωή (Ιω. ΙΑ’, 25-26), αλλά λαμβάνει τέλος η επιβίωση και η βιολογική λειτουργία του σώματος.

Κλείνοντας την παρούσα ενότητα, άξια λόγου είναι και μία ιδιαίτερη προσέγγιση για το θέμα της ψυχής. Στην Δύση υπάρχει η πεποίθηση πως είναι αίρεση η ιδέα που υποστηρίζει ότι η ψυχή είναι υλική, ενώ στην Ορθοδοξία υπάρχει μία αντίληψη, πως δεν έχει σημασία αν η ψυχή είναι άυλη ή σωματική, διότι η ουσία είναι η θέωση του ανθρώπου. Εφ’ όσον λοιπόν, μετέχει σε αυτήν όλος ο άνθρωπος, και η ψυχή και το σώμα, δεν έχει σημασία αν η ψυχή είναι άυλη ή υλική. Βέβαια, πρέπει να επισημάνουμε στο σημείο αυτό, προς αποφυγήν παρανοήσεων, πως η ψυχή δεν είναι ούτε υλική ούτε απολύτως άυλη, από την άποψη ότι απολύτως Άυλος είναι μόνο ο Θεός.81 Η ψυχή είναι μεν μη υλική, αλλά θα την χαρακτηρίζαμε ως πνευματική, όπως οι Άγγελοι και το Αναστημένο Σώμα του Χριστού. Μπορεί να είναι διαφορετική η φύση του σώματος με αυτή της ψυχής, αλλά αναφερόμαστε στο Σώμα του Κυρίου, διότι μετά την Ανάσταση απέκτησε κάποιες μη φυσικές ιδιότητες, αφού ο Χριστός θέωσε και αφθαροποίησε την ανθρώπινη φύση, αλλά δεν είναι Άυλο, και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έφαγε μετά την Ανάσταση με τους Μαθητές Του.


Διαβάστε εδώ όλη την μελέτη

 

Παραπομπές:

67. «Τα ερμηνευτικά λάθη του “τριμερούς” του ανθρώπου», https://www.oodegr.com/oode/dogma/trimeres1.htm

68. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, «Η συνδημιουργία σώματος και ψυχής», από το βιβλίο “Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη”, Τόμος Β’, του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/taftoxrona_swma_psyxh_1.htm

69. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος, «Τι είναι η ψυχή», από το βιβλίο “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, Κεφάλαιο Γ’, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxi1.htm

70. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος, «Λογική και Λογισμοί», από το βιβλίο “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, σελ. 192-195, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/logiki1.htm

71. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος, «Η καρδιά ως “μεταφυσικό” όργανο», από το βιβλίο “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, σελ. 147-162, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/kardia2.htm

72. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος, «Σχέση μεταξύ ψυχής, νοός, καρδιάς και διανοίας (λογικής)», από το βιβλίο “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, σελ. 111-115, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/kardia1.htm

73. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος, «Η σχέση ψυχής και σώματος», από το βιβλίο “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, Κεφάλαιο Γ’, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxi4.htm

74. «Δεν μπορείτε να φανταστείτε τί συμβαίνει μόλις βγαίνει η ψυχή, Γέροντας Νίκων, Νέα Σκήτη Άγιον Όρος», https://www.youtube.com/watch?v=uVBBpV6g4ZY

75. Μητρ. Αχελώου Ευθύμιος, «Η Σαββατική κατάσταση των ανθρώπων», από το βιβλίο “Το μυστήριο της 8ης ημέρας, Ορθόδοξη χριστιανική εσχατολογία”, σελ. 91-96, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/sabbat_psyxh_1.htm

76. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, «Η νοερά ενέργεια σε σχέση με τα πάθη, την λογική και το περιβάλλον», από το βιβλίο “Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη”, Τόμος Β’, του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/noera_pa8h_1.htm

77. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, «Λόγος και νους», από το βιβλίο “Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη”, Τόμος Β’, του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/logikh_kai_noera_energeia_2.htm

78. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, «Η ψυχή του ανθρώπου στη Φιλοσοφία και στη Θεολογία», από το βιβλίο “Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη”, Τόμος Β’, του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/platwn_aristotelhs_1.htm

79. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος, «Διαίρεση και δυνάμεις τής ψυχής», από το βιβλίο “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, Κεφάλαιο Γ’, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxi3.htm

80. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος, «Συγκρίσεις τής ψυχής», από το βιβλίο “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, Κεφάλαιο Γ’, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxi2.htm

81. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, «Λογική και νοερά ενέργεια», από το βιβλίο “Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη”, Τόμος Β’, του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, https://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/logikh_kai_noera_energeia_1.htm

π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: Θεολόγος και Τραγωδός από Δημήτρης Γ. Ιωάννου

 




Ο πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους, αν όχι ο μεγαλύτερος, ορθόδοξος θεολόγος τους 20ου αιώνα, ο οποίος μάλιστα βρίσκεται πίσω από την λεγομένη «νεοπατερική αναγέννηση» των τελευταίων δεκαετιών. Στο έργο του κυριαρχεί βαθύς στοχασμός και μια αίσθηση δραματικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης και ιστορίας, η οποία και συνιστά μια εντελώς ιδιαίτερη- πάντα πιστή στην παράδοση- ερμηνεία του δόγματος. Όπως άλλωστε ο ίδιος διευκρινίζει, η θεολογία ξεπερνά το δόγμα, με την έννοια ότι αυτό εκπηγάζει από την πρώτη. Η θεολογία αποτελεί έναν αγιοπνευματικό, αλλά μαζί και καρδιακό-διανοητικό ορίζοντα, από τον οποίο τροφοδοτείται το δόγμα, και βαθμιαία αυτό διατυπώνεται ή συμπληρώνεται. Η θεολογία εμπεριέχει ένα βαθύ πνευματικό όραμα για τον άνθρωπο, και αυτό πρωτίστως προσπάθησε να συλλάβει ο π. Φλωρόφσκυ, μεταφράζοντας σε σύγχρονη γλώσσα την πατερική σκέψη.

Θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε γι’ αυτό το θεολογικό όραμα, εμμένοντας μάλιστα στην φιλοσοφική του διάσταση, δίνοντας παράλληλα έμφαση και σε αυτό που ονομάσαμε δραματικό χαρακτήρα της στοχαστικής του σύνθεσης. Ο ρώσος θεολόγος λοιπόν τονίζει ιδιαιτέρως το γεγονός ότι ο κόσμος, κατά την ορθόδοξη παράδοση, προήλθε από το «μηδέν», κάτι το οποίο, όπως είναι κατανοητό, προσδίδει μία «τραγικότητα» στην όλη υπόσταση της Δημιουργίας (σημειωτέον ότι πχ στον Χάιντεγκερ, το «μηδέν» είναι μια πραγματικότητα παράλληλη, δίπλα στον κόσμο, και όχι κάτι «εκ» του οποίου προήλθε ο κόσμος). Η κτίση έτσι αποτελεί το προϊόν όχι μιας αλλαγής, αλλά μιας «αλλοίωσης» (επίσης δραματικής έννοιας, καθώς εμπεριέχει το στοιχείο της «τρωτότητας»). Γεννημένη από το μηδέν, η Κτίση απειλείται από αυτό: κινδυνεύει διαρκώς να καταποθεί. Ως εκ τούτου, είναι ευάλωτη, εύθραυστη, τρωτή. Αυτή η τραγικότητα τώρα εντείνεται, αν σκεφτούμε ότι η Κτίση είναι επίσης προϊόν μιας «κλήσεως»: ο Θεός, που εξουσιάζει και το μηδέν [1] (κάτι αδιανόητο στον Χάιντεγκερ), μίλησε σε αυτό, και το υπέταξε, αναγκάζοντάς το να συσταλεί και να «φανεί» (θαυμάσια ποιητική εικόνα του κόσμου ως «φωτός», αέρινης, διαυγούς παρουσίας) ο κόσμος.
Περαιτέρω, πρέπει να ακριβολογήσουμε ότι ο κόσμος άρχισε, ξεκίνησε. Αυτό τυγχάνει σήμερα να είναι αξίωμα και της σύγχρονης Φυσικής, που μιλά για «Μεγάλη Έκρηξη», αλλά τούτο δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον π. Φλωρόφσκυ. Η υπαρξιστική-οντολογική του φιλοσοφία έχει υπόψη κυρίως το γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι, που είμαστε πάντα δέσμιοι ενός εκάστοτε υπαρξιακού-βιωματικού  «νυν», χρειαζόμαστε την έννοια μιας αφόρμησης. Ειδάλλως, η πορεία μας στον χρόνο θα ήταν ατελεύτητη, με αρνητική έννοια, δεν θα υπήρχε δηλαδή πραγματική «συνέχεια», αλληλουχία γεγονότων. Δίχως την έννοια της αφόρμησης, δεν θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε μήτε την έννοια του παρελθόντος –η οποία σημειωτέον για την σύγχρονη φυσική, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες, δεν έχει ακόμη νόημα.

Επιπρόσθετα,  η έννοια της «αρχής» πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα, καθώς αυτή, σύμφωνα με τον π. Φλωρόφσκυ, δεν αποτελεί «χρόνο». Η αρχή δηλονότι μιας πορείας δεν είναι ακόμη πορεία, και η αρχή του χρόνου δεν είναι χρόνος. Όπως η αρχή μιας πορείας είναι προετοιμασία γι’ αυτήν, έτσι και η αρχή του χρόνου είναι προετοιμασία για τον χρόνο, για τον ίδιο τον κόσμο. Αυτή η έννοια της κοσμικής αρχής, παντελώς άγνωστης στην φιλοσοφία (ιδίως την οντολογική-υπαρξιστική), είναι που κάνει τον κόσμο ιδιαίτερα δυναμικό. Ο κόσμος αποτελεί το ξετύλιγμα της πρώτης αυγής, η οποία διακατέχεται, θα λέγαμε, ποιητικώ τω τρόπω, από την μοναδική χαρά του εγείρεσθαι, του φαίνεσθαι, του άρχεσθαι. Είναι αυτό το ξεκίνημα που δίνει τον ιδιαίτερο τόνο σε όλη την Κτίση, που την κάνει, πάρα την ευθραυστότητά της, να είναι γεμάτη από χαρά. Ο κόσμος επίσης παίρνει νόημα, από αυτήν την εκτός χρόνου αρχή, από αυτήν την στιγμή που δεν είναι παραδόξως στιγμή.

                   ****************
Μέσα σε όλο αυτό το νοηματικό πλαίσιο, ο π. Φλωρόφσκυ, για να καταστήσει πιο σαφές το πνεύμα της πατερικής φιλοσοφίας, τολμά να ισχυριστεί [2]ότι ο κόσμος ήταν δυνατόν και να μην υπάρχει. Ο τρομερός αυτός ισχυρισμός εναντιώνεται στην ψευδοελάβεια εκείνη, που καθιστά αναγκαίο τον κόσμο, επειδή ο Θεός, όντας Αγάπη, δεν θα μπορούσε παρά να δημιουργήσει την Κτίση. [3](Εναντιώνεται φυσικά και στον χαιντεγκεριανό-σαρτρικό υπαρξισμό, που θεωρεί το δίπολο «κόσμος-μηδέν» καταναγκαστικά υπάρχον, έστω και ως αρνητισμός). Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο ενδεχόμενος ο κόσμος όσο στην ορθόδοξη θεολογία, και γι’ αυτό πουθενά αλλού πιο δραματικός. Ο κόσμος είναι ριζική μη-αυθυπαρξία, και το γεγονός ότι υπάρχει, ενώ μπορούσε να συνέβαινε και το αντίθετο, μαρτυρεί απλώς το μέγεθος της θείας αγάπης.

Ο κόσμος μαρτυρεί έσωθεν ότι είναι το προϊόν μιας θελήσεως, μιας βουλήσεως, η οποία όμως δεν είναι καθόλου βολονταριστική, δεν είναι δηλαδή «ισχύς». [4]Αυτή την μη εξουσιαστική θεία θέληση δηλώνει στην παρούσα συνάφεια ακριβώς ο όρος «ευδοκία». Ο Θεός δηλαδή δημιουργεί τον κόσμο από αγάπη, χωρίς όμως να υφίσταται σε Αυτόν καμία εξωτερική, αλλά και προπαντός εσωτερική βία. Αυτό αλλιώς μπορεί να λεχθεί και ως εξής: η ύπαρξη του κόσμου δεν περιορίζει επ’ ουδενί το θείο πλήρωμα. Περαιτέρω, κατά την ορθόδοξη θεολογία[5], ο Θεός δεν αντλεί τα κατηγορήματά του, πχ την παντοδυναμία, εφαρμόζοντάς τα πάνω σε κάτι (για παράδειγμα, εξουσιάζοντας τον κόσμο). Ο Θεός είναι μια ύπαρξη «αφ’ Εαυτού», είναι δηλαδή Κύριος, χωρίς να χρειάζεται να «κυριεύει τινός». Ούτε βέβαια ο Θεός διά του κόσμου, κατανοεί τον Εαυτό Του [6], πράγμα που συμβαίνει με το da-sein του «Είναι και Χρόνος». Η μη βολονταριστική ισχύς είναι που κάνει την δημιουργία ιδιαίτερα λεπτή, ανάλαφρη, διάφανη. Η Κτίση είναι χαρά, και βέβαια, αληθής ουσία, όχι φενάκη.
Γιατί ο Θεός ωστόσο δημιούργησε τον κόσμο; Από αγάπη, βεβαιώνει η ανατολική θεολογία. Η αγάπη λοιπόν με την δραματική της ένταση γεφυρώνει το τεράστιο χάσμα μεταξύ της θείας υπερβατικότητας και της κτίσεως. Αποτελεί, θα λέγαμε, μια οντολογική δύναμη με κοσμολογικές διαστάσεις. Ωστόσο, η διάκριση Θεού και κόσμου παραμένει, υπάρχει δηλαδή ένα αδιάβατο όριο μεταξύ κτιστού και ακτίστου, σε σημείο βέβαια που ακόμη και εντός της θείας Υπόστασης του Λόγου, οι δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, να διατηρούν την μεταξύ τους διαφορά.
************
Του χρόνου προηγείται η αιωνιότητα. Ο κόσμος άρχισε, σημαίνει ότι κάποτε θα παύσει και να υπάρχει. Ωστόσο, η παύση εδώ δεν ταυτίζεται με εκμηδένιση, επιστροφή στο μη-είναι, αλλά εννοείται με την σημασία της ολοκλήρωσης. Συμφώνα με αυτό, ο κόσμος αποτελεί μια «πράξη», για να θυμηθούμε και την αρχαία Ελλάδα, «μέγεθος έχουσα, σπουδαία και τελεία». Ο κόσμος είναι ένα ενιαίο δράμα, που άρχεται, διεξάγεται και ολοκληρώνεται, επιστρέφοντας στην αιωνιότητα, και όχι στο μη-είναι. Μια βαθιά αίσθηση της Ιστορίας, στον απόηχο μάλιστα του Α  Παγκοσμίου Πολέμου, διαπερνά την σκέψη του π. Φλωρόφσκυ, που δεν καταφεύγει σε μια κοσμολογική υπαρξιστική φιλοσοφία, που αρνείται να δει τον κόσμο ως πορεία (Χάιντεγκερ). Διαφωνεί με εκείνη την οντολογία που δεν αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος είναι έγχρονο μέγεθος, ότι ολοκληρώνεται.

Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να αρνηθούμε ότι ο κόσμος είναι «άπειρος». Μέρος της δυτικής φιλοσοφίας, ακόμη και σήμερα, γοητεύεται πολύ από αυτήν την έννοια του ποσοτικού απείρου (πχ αριθμητικά απειροσύνολα), και γίνεται δέσμιά του.  Ωστόσο, το ποσοτικά άπειρο του κόσμου δεν σημαίνει επ’ ουδενί, για την πατερική σκέψη, όπως την ερμηνεύει ο σπουδαίος θεολόγος, ότι αυτός είναι και άναρχος. Ο ρώσος θεολόγος προσπαθεί εδώ, στην δική του ανεξάρτητη στοχαστική πορεία, να επαναπροσδιορίσει τις φιλοσοφικές αξίες: ο υπαρξισμός και η φαινομενολογία θα διψάσουν για το άπειρο, ωστόσο θα έχει ξεχαστεί η σημασία του χριστιανικού «ανάρχου», της πατερικής θεολογίας της πρώτης χιλιετίας, που δεν είναι καν ποσοτικός υπερβατικός αποφατισμός. Η έννοια αυτή έχει μια, για να το πω έτσι, υπαρξιακή αποφατικότητα, που μας στρέφει και προς την καρδιά του θεολογείν.
Όντας πάντως το προϊόν της θείας ευδοκίας (=μη βολονταριστικού θελήματος), ο κόσμος έχει ως ουσιώδες γνώρισμά του την ελευθερία, που είναι επίσης εξόχως δραματική έννοια. Αντί να προσιδιάζει στο μη-είναι, όπως πιστεύει μέρος της δυτικής φιλοσοφίας, η ελευθερία είναι γνώρισμα του «Είναι», της ουσίας [7]. Και ελευθερία δεν σημαίνει απλή αυθαίρετη αυτοπραγμάτωση, αυτοπροσδιορισμός και παιγνιώδης αυτοθέσμιση, αλλά κάτι περισσότερο. Δεν συνιστά επίσης μήτε απλή ενδεχόμενη δυνατότητα επιλογής μεταξύ πχ δύο εναλλακτικών εκδοχών ενός  λογικού-φορμαλιστικού διλήμματος, αλλά εμπλοκή στο μείζον διακύβευμα της ύπαρξης: θα οδηγηθούμε κοντά στον Θεό ή μακριά από Αυτόν; Η ελευθερία δηλαδή είναι τραγική, με την έννοια ότι είναι αναγκαίο να λάβουμε μέρος οπωσδήποτε στο μεγάλο ζήτημα του Είναι. Είμαι αναγκασμένος να πάρω απόφαση στο οντολογικό και ηθικό διακύβευμα, και αυτή η ανάγκη, παραδόξως, είναι μέρος της ελευθερίας μου, του αυτεξουσίου, της αυτοθέσμισης. Γι’ αυτό η ιδιότητα αυτή του κτιστού έχει εντός της κάτι το τρομερό, αποτελεί ένα «mysterium tremendum». Και είναι τούτη η τρομερότητα, που διανοίγει, με μια ποιητική έννοια, την δυνατότητα είτε της αιώνιας σωτηρίας (=ακεραιοποίησης) ή απώλειας –και όχι το αντίστροφο. Η αιώνια καταδίκη είναι προϊόν της ελευθερίας  μας, και δεν εκπηγάζει από καμιά επιτιμητική διάθεση του Θεού έναντι του δημιουργήματος.
Το ζήτημα της αιώνιας «απώλειας» χρειάζεται περαιτέρω διασαφήνιση. Η απώλεια αυτή, προϊόν της ελευθερίας, ταυτίζεται για την ακρίβεια με τον «θάνατο», και όχι το «μη-είναι». Στο σημείο αυτό, οι δύο στοχαστές, Φλωρόφσκυ και Χάιντεγκερ, συμφωνούν: ο θάνατος δεν είναι απλώς ένα χρονικό τέρμα, έστω ο γνωστός χωρισμός του σώματος από την ψυχή (που στο κάτω-κάτω μετά την Ανάσταση έχει εν μέρει υπερνικηθεί, μολονότι βέβαια αναμένεται και η εσχατολογική ανάσταση των σωμάτων), αλλά μια βαθιά οντολογική-υπαρξιακή κατάσταση. Ο θάνατος είναι μια τραγική έννοια, περισσότερο από το μη-είναι, το οποίο, για να κυριολεκτήσουμε, με την έννοια της προϋπάρχουσας κατάστασης έναντι της κτίσεως, δεν είναι τραγικό. Η δυνατότητα για αυτής της μορφής την «απώλεια» εμπεριέχεται στην κτίση, που είναι άλλωστε γέννημα «αλλοιώσεως». Μπορεί να αυτοφθείρεται, να αυτοκαταστρέφεται, να «αυτοκτονεί», σύμφωνα με το νόημα που έχει η αυτοκτονία στον Ντοστογιέφσκι, αλλά μπορεί βέβαια και να προοδεύει στο αγαθό, στο να εδραιώνεται δηλαδή στο Είναι, στο να υπάρχει, στο να ζει. Αντί για μια βιταλιστική ερμηνεία της ζωής, ο π. Φλωρόφσκυπροκρίνει την οντολογική: ζω θα πει έχω πλησμονή του είναι. (Και είναι περίεργο ότι ο Χάιντεγκερ, ενώ μιλά σωστά για θάνατο, παραδόξως δεν έχει να πει τίποτε για ζωή). Σε κάθε περίπτωση, άλλο ένα στοιχείο δραματικότητας, η κτίση είναι καταδικασμένη να υπάρχει, δεν μπορεί να εξαφανιστεί.

Τι είναι όμως το κακό, αυτός ο δρόμος της απώλειας για τον οποίο μόλις μιλήσαμε; Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε σωστά ότι αυτό «δεν υπάρχει», με την έννοια όμως, όπως τους ερμηνεύει ο ρώσος πατρολόγος, ότι το κακό συνιστά έναν καθαρό αρνητισμό. Ο αρνητισμός δεν προσκομίζει στην ύπαρξη κάτι καινό, μια ουσία, τρέφεται απλώς παρασιτικά από την ζωή, από το υπαρκτό. Είναι μια διαστροφή του φορέα του, και δεν εγκαινιάζει στην κτίση κάτι αληθινά υπαρκτό. Δίχως την μεμψιμοιρία γι’ αυτό που ήδη υπάρχει, ο όρος αρνητισμός δεν σημαίνει τίποτε. Ωστόσο, ακριβώς επειδή είναι αρνητισμός, το κακό έχει δραστικότητα. Το μη ον παραδόξως επηρεάζει το υπαρκτό. Το μηδέν γεννά «μηδενισμό», με όλη την φρίκη που έχει αυτός ο όρος. Η φύση του κακού είναι συμβολική: αποτελεί και μη-ον, αλλά ταυτόχρονα είναι και υπαρκτό (στο σημείο αυτό καλό είναι να θυμηθούμε και τον π. Σμέμαν, που λέγει ότι είναι αδύνατον να καταλάβουμε πραγματικά το κακό, γιατί σύμφωνα με μια ρώσικη παροιμία, ό,τι καταλαβαίνουμε, ταυτόχρονα και το δικαιολογούμε). Η λεηλασία που το κακό κάνει στην ύπαρξη μπορεί μάλιστα να παραληφθεί και στην αιωνιότητα: πρόκειται για την «κόλαση». Η αυτοκτονία, για την οποία μιλά ο Ντοστογιέφσκι, και την οποία δεν μπορεί παρά να έχει υπόψη του ο ρώσος θεολόγος, δεν αποτελεί μια στιγμή αυτοεξουδέτερωσης, αυτοακύρωσης, διαφυγής στην ανυπαρξία, αλλά συνεχή «ύβρη» και συκοφάντηση του Είναι εις το διηνεκές.
****************
Ο κόσμος δεν είναι ασφαλώς αιώνιος, ωστόσο η ιδέα του κόσμου, κατά την πατερική θεολογία, είναι αιώνια στον  Θεό. Πώς πρέπει να ερμηνευθεί αυτός ο πατερικός ισχυρισμός; Ο π. Φλωρόφσκυ επεξηγεί ότι, πράγματι, ο Θεός φέρει εντός Του αιωνίως την ιδέα του κόσμου, η οποία. όμως, όντας προϊόν της θελήσεώς Του και όχι ασφαλώς της ουσίας Του, δεν πρέπει να θεωρηθεί συν-αιώνια, συναΐδιος με Αυτόν. Πρέπει, γράφει, να γίνει διάκριση μεταξύ δύο αιωνιοτήτων, αυτήν της Ουσίας, που αφορά μόνο την αγιοτριαδική ζωή, και αυτήν της θείας βουλής (η θεία βουλή για τον κόσμο είναι αιώνια κατά ηθική τάξη και όχι φυσική). Ο Θεός, με άλλα λόγια, κι εδώ φαίνεται πολύ καλά η υπαρξιακή προσέγγιση του π. Φλωρόφσκυ, είναι πάνω από όλα «Υποκείμενο» [8] (με τον όρο αυτό εννοώ ότι ο Θεός, που είναι Τριάς Υποστάσεων, έχει ωστόσο μία θέληση, μία ενέργεια κλπ, η οποία μάλιστα ανήκει στην Ουσία, ούτως ώστε μπορούμε δικαίως και ρεαλιστικά να μιλάμε για έναν Θεό), και ως εκ τούτου έχει ελεύθερη θέληση. Συλλαμβάνει αιωνίως την ιδέα του κόσμου, αλλά ελευθέρως. Μπορεί η φύση Του να είναι κατ’ ανάγκην (θα το επεξηγήσουμε αυτό) αγαθή, ωστόσο είναι άκρως σημαντικό να δηλώσουμε ότι μπορούσε και να μην δημιουργήσει τον κόσμο. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, οι θείες ενέργειες, που απορρέουν από το μυστηριώδες, άφραστο περιεχόμενο της θείας ζωής, είναι παντελώς ελεύθερες, και για να το εννοήσουμε αυτό, είναι καλό να πούμε, άλλη μια φορά, ότι ο κόσμος θα μπορούσε και να μην υπάρχει. Ίσως αυτό να ηχεί στα αυτιά ορισμένων ως μια τρομερή, προκλητική φιλοσοφική δήλωση, αλλά αυτή η άβυσσος που λέγεται θεία ελευθερία αποκαλύπτει και διαφυλάσσει τον φαινομενολογικό εκείνο  ορίζοντα του κόσμου, εντός του όποιου αυτός αναδύεται ως προϊόν αγάπης, και όχι οιασδήποτε βίας. Τον κόσμο δεν γέννησαν το ησιόδειο Κράτος και η Βία, αλλά το έλεος του Θεού, και γι’ αυτό αυτός φέρει εντός του αυτήν την σφραγίδα ευσπλαχνίας.

Είδαμε λοιπόν με άκρα συντομία τις βασικές πατερικές θέσεις περί δημιουργίας του κόσμου από τον Θεό, όπως τις ερμηνεύει ο κορυφαίος θεολόγος του 20ου αιώνα.

Στο 2ο μέρος θα περάσουμε σε κάτι που είναι ακόμη πιο σημαντικό, τον τρόπο που η ίδια η δημιουργία σχετίζεται με τον Θεό και διατηρεί με Αυτόν ζώσα κοινωνία.

Σημειώσεις
[1] «Ο Θεός ζωοποιεί τους νεκρούς και καλεί τα μη όντα ως όντα», γράφει ο Απόστολος Παύλος (Ρωμ. δ 17)
2] Πρόκειται βέβαια για σαφή πατερική διδασκαλία, στην οποία εναντιώνονται ο  Ωριγένης, αλλά και ο Θωμάς Ακινάτης.
[3] Πρόκειται για το βασικό επιχείρημα του Ωριγένη, αλλά με αυτό συμφωνεί και ο σχολαστικισμός.
[4] Το πρόβλημα της ισχύος απασχόλησε και απασχολεί τα μέγιστα την φιλοσοφία. Γενικά, στην δυτική φιλοσοφία η ισχύς θεωρείται πάντα μια βολονταριστική πραγματικότητα. Αποκορύφωμα αυτής της τάσης είναι τα κείμενα του Νίτσε. Πουθενά αλλού, εκτός από την πατερική φιλοσοφία, δεν έχω συναντήσει την έννοια της ισχύος με μη βολονταριστική περιεχόμενο.
[5] Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο στους δυτική θεολογία και φιλοσοφία. Ο Θεός δεν θα μπορούσε να είναι Κύριος, αν δεν υπήρχε κάτι να εξουσιάζει, να κυριαρχεί επ’ αυτού, διδάσκει ο Ακινάτης.
[6] π. Ι. Ρωμανίδη, Το Προπατορικόν αμάρτημα, Δόμος, Αθήνα  1989, σελ. 24, οπού λέγεται ότι ο Θεός κατά τον Ακινάτη δεν έχει πραγματική σχέση με τον κόσμο, σχετίζεται δε με αυτόν μόνον έμμεσα, καθώς αγαπά τα θεία αρχέτυπα περί του κόσμου, που ενυπάρχουν στην ουσία Του.
[7] Μεγάλο μέρος της σύγχρονης περί το πρόσωπον ασχολουμένης θεολογίας-φιλοσοφίας θεωρεί ότι η ουσία είναι περιορισμός, αναστολή της ελευθερίας του Προσώπου, που πρέπει να «εξίσταται» της ουσίας του, για να είναι πρόσωπο. Στην Πατερική σκέψη δεν ισχύει κάτι τέτοιο, καθώς μάλιστα η «θεία ουσία», που δεν αποτελεί βιβλική φράση, εφευρέθηκε ως όρος για να καταπολεμηθεί η αίρεση του Μοναρχιανισμού και άλλες μεταγενέστερες κακοδοξίες  (π. Ιωάννου Ρωμανίδη, Εμπειρική Δογματική, ΙΜ Γενεθλίου Θεοτόκου, Λεβάδεια, 2011, σελ. 70). Αυτός είναι και ο λόγος που σύντομα οι Πατέρες, πχ ο άγιος Διονύσιος, χρησιμοποίησαν και τον όρο «υπερουσία», «υπερούσιος κρυφιότης» κλπ, για  να περιγράψουν, κατά το δυνατόν, το άφραστο εσωτερικό περιεχόμενο της θείας ύπαρξης, που είναι άλλωστε η ίδια η ζωή και το Είναι. Σε καμία περίπτωση πάντως, η καππαδοκική «ουσία» και η διονυσιακή «υπερουσία», η ανέκφραστη αυτή θεία πληρότητα, δεν είναι «περιορισμός» του Προσώπου, αλλά  ακριβώς, όπως είπαμε, το εσωτερικό περιεχόμενο αυτού.
[8] Η ορολογία των ορθοδόξων θεολόγων στο σημείο αυτό είναι ενδεικτική. Ασφαλώς ο  Θεός είναι Τριάδα Προσώπων, μιλάμε ωστόσο συχνά για έναν Θεό, για το «Πρόσωπο» του Θεού, για τον Θεό ως ένα και μοναδικό Υποκείμενο (και όχι απλά μια «ουσία»). Ιδιαίτερη εντύπωση μου έχει κάνει η σχετική άνεση της ορολογίας και ο τρόπος που πραγματεύεται τα θέματα αυτά ο π. Δ. Στανιλοάε. Περαιτέρω, όπως εξηγεί ο αγ. Γρηγόριος Νύσσης, η θεία ουσία, ή μάλλον «υπερουσία», στην οποία και ανήκουν η θέληση, τα ιδιώματα του Θεού, και όλες οι θείες ενέργειες (σε βαθμό τελείως διαφορετικό από ό,τι στον άνθρωπο), μας επιτρέπει να μιλάμε για έναν και μόνο «Θεό»- και ο Θεός ασφαλώς δεν είναι πράγμα, αλλά Πρόσωπο. Εν πάση περιπτώσει, οι έννοιες στην  θεολογία πρέπει να ακολουθούν την αποκάλυψη και το ζων πατερικό βίωμα, και να μην γίνονται αντικείμενο οποιασδήποτε φιλοσοφικής επεξεργασίας (π. Ι. Ρωμανίδης, Εμπειρική Δογματική,  σελ. 52 κ.ε.)

Πλαισίωση: Η Παναγία μεσήτρια και ο Ρωμανός μελωδός. Ρωσική εικόνα του 14ου αι.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Δόγμα και Ηθική. H εμπειρία της αποκαλύψεως. Οι φορείς της αποκαλύψεως

 


Εισήγηση στην Α΄ συνάντηση (23.11.2016) του Επιμορφωτικού Σεμιναρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου Ε΄ Ακαδημαϊκού Έτους  (2016-2017)    

Εισηγητής: Πρεσβύτερος Νεκτάριος Χατζημιχαήλ

Ο π. Νεκτάριος Χατζημιχαήλ

Από το έργο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου Βλάχου, «Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη» (τόμος Α´, 2η έκδοση: σελ. 102-269)

Πανιερώτατε,

Σας ευχαριστώ που μου εμπιστευτήκατε την παρουσίαση των θεμάτων ‘‘Δόγμα και Ηθική. Η εμπειρία της αποκαλύψεως. Οι φορείς της αποκαλύψεως’’. Σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως, γιατί μου δώσατε το έναυσμα να μελετήσω το βιβλίο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις Προφορικές παραδόσεις του Π. Ιωάννου Ρωμανίδη και να έλθω σε μία πρώτη επαφή και γνωριμία με την Θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη.

Αγαπητοί εν Χριστώ πατέρες και αδελφοί,

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ευτυχώς, αρνείται πεισματικά να διαχωρίσει την Θεολογία από τον ποιμαντικό ρόλο που έχει στην Εκκλησία, εν αντιθέσει προς την πλειοψηφία των ακαδημαϊκών διδασκάλων των Θεολογικών Σχολών.

Οι άγιοι Πατέρες, όταν διδάσκουν τους πιστούς περί Αγίας Τριάδος χρησιμοποιούν τις Θεοφάνειες, δηλαδή τις αποκαλύψεις του Θεού στην Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή διαθήκη. Η δογματική ορολογία ‘τρεις υποστάσεις’, ‘μία ουσία’, ‘ομοούσιος’ κ.λπ. χρησιμοποιούνται όταν εμφανίζονται οι αιρέσεις και με τη διδασκαλία τους αλλοιώνουν την αποκαλυπτική αλήθεια. Τότε συνέρχονται οι άγιοι Πατέρες σε Συνόδους και οριοθετούν την Ορθόδοξη Πίστη, διατυπώνουν δηλαδή την αποκαλυμμένη αλήθεια. Μάλιστα, δεν έκαναν αφηρημένες φιλοσοφικές συζητήσεις περί της Αγίας Τριάδος, αλλά κεντρικό Πρόσωπο για το οποίο συζητούσαν ήταν ο Χριστός, ο Οποίος εμφανίζεται στους Προφήτες και αποκαλύπτει μέσα στον εαυτό Του τον Πατέρα εν Αγίω Πνεύματι. Τα δόγματα δείχνουν τον αποκαλυπτόμενο εν δόξη Χριστό. Τα δόγματα δεν είναι μόνιμη κατάσταση: ο θεούμενος τα υπερβαίνει, αφού βλέπει τον Χριστό εν δόξη.

Είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση μεταξύ δόγματος και μυστηρίου, αφού άλλο είναι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, που βιώνεται όσο είναι δυνατόν από τον θεούμενο άνθρωπο, αλλά είναι αδύνατο να διατυπωθεί ή να κατανοηθεί, και άλλο είναι το δόγμα, δηλαδή η διατύπωση περί του μυστηρίου της Αγίας Τριάδας. Ακόμα και όταν αποκαλύπτεται ο Θεός στον άνθρωπο παραμένει μυστήριο. Το δόγμα είναι η έκφραση του μυστηρίου, αλλά σίγουρα δεν είναι κατανόηση του μυστηρίου. Γιατί, όπως διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι αδυνατότερον». 

Το δόγμα, αφενός αποτελεί διατύπωση της εμπειρίας της Θεώσεως που είχαν οι Θεόπτες Πατέρες -και επειδή είχαν την ίδια αποκάλυψη γι᾽ αυτό κι όταν συναντήθηκαν σε Οικουμενικές Συνόδους συμφώνησαν και στη διατύπωση του δόγματος-, αφετέρου δε οδηγεί στη Θέωση-Αγιασμό αυτούς που το αποδέχονται και γίνεται βίωμά τους. Διότι δεν αρκεί να αποδεχθούμε το δόγμα εξωτερικά, αλλά αφού το αποδεχθούμε να γίνει βίωμά μας, δηλαδή δι’  αυτού να φτάσουμε στη Θέωση-Αγιασμό και να έχουμε την ίδια εμπειρία-αποκάλυψη που είχαν οι άγιοι.

Την εμπειρία στη ζωή της Εκκλησίας αποτελούν τα στάδια της κάθαρσης, του φωτισμού και της θεώσεως-αγιασμού. Ό,τι συμφωνεί με αυτή την εμπειρία είναι Ορθοδοξία. Αυτή την εμπειρία είναι που τελικά αμφισβήτησαν οι αιρέσεις και χρειάστηκε η διατύπωση των δογμάτων ως θεραπεία. Για να ξέρουν οι πιστοί ποιοι είναι οι σωστοί δάσκαλοι που μπορούν να τους βοηθήσουν να φτάσουν στον αγιασμό. 

Ο σκοπός των δογμάτων και της Θεολογίας είναι να χρησιμοποιούνται ως φάρμακα που θεραπεύουν τις αιρέσεις και τις πνευματικές αρρώστιες.  Ο άνθρωπος είναι άρρωστος γιατί δεν είναι σε θέση να βλέπει τον Θεό και χρησιμοποιεί τα δόγματα-φάρμακα για να φτάσει στον αγιασμό. Το κριτήριο της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι, όπως είπαμε, η κάθαρση, ο φωτισμός και ο αγιασμός. Τι θα ωφελούσε το Ορθόδοξο δόγμα, αν δεν οδηγούσε κανένα στον αγιασμό; Επομένως το δόγμα δεν υπάρχει απλώς για να πιστευτεί, αλλά για να βιωθεί. Γιατί δόγμα χωρίς βίωμα είναι αίρεση.

Τα δόγματα συνδέονται στενά με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Όλη η Ορθόδοξη Πίστη είναι μια έκφραση της Ορθοδόξου Θεολογίας και Δογματικής. Δόγματα δεν είναι μόνο οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Είναι και το Ευαγγέλιο, η εκκλησιαστική μουσική, η εικονογραφία, η αρχιτεκτονική. Την Ορθόδοξη Παράδοση πρέπει να τη βλέπουμε ολοκληρωμένα κι όχι απομονωμένα Μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση είναι όλα τα στοιχεία που συνιστούν τη σύνθεση της όλης Εκκλησίας. Μέσα σ᾽ αυτή την προοπτική πρέπει να δούμε και την αξία των λειψάνων. Όταν φτάνει κανείς στον αγιασμό, αγιάζεται και το σώμα, το οποίο γίνεται ιερό λείψανο. Δηλαδή τα λείψανα έχουν δογματικό χαρακτήρα, είναι το αποτέλεσμα της εμπειρίας των δογμάτων.

Ιστορικά, στη διατύπωση του δόγματος συμβαίνει να προστίθενται νέες ορολογίες και μερικές φορές η αρχική σημασία μιας ορολογίας να αλλάζει, ανάλογα με την πολεμική των αιρέσεων, με σκοπό να αντιμετωπιστούν οι αιρέσεις. Υπάρχουν δογματικοί όροι, που χρησιμοποιούνται τον 4ο αιώνα, οι οποίοι τον 1ο αιώνα δεν είχαν την ίδια θεολογική σημασία. Το γεγονός αυτό οδήγησε τους Δυτικούς θεολόγους να μιλούν για εξέλιξη της Θεολογίας και βαθύτερη κατανόηση  των δογμάτων με την πάροδο του χρόνου. Αυτό βέβαια είναι απαράδεκτο για την Ορθόδοξη Θεολογία, αφού δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε ποτέ το δόγμα. Ούτε υπάρχει εξέλιξη στην Πίστη, η οποία αποκαλύφθηκε εφάπαξ, αλλά πρόκειται για εξέλιξη στη χρήση της ορολογίας.

Στην Ορθόδοξη Πίστη το δόγμα δεν είναι ποτέ προϊόν στοχασμού των αγίων Πατέρων, αλλά έκφραση της εμπειρίας και της αποκάλυψης του Θεού στους αγίους. Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν Θεολόγοι-Θεόπτες κι όχι φιλόσοφοι, ούτε και χρησιμοποιούσαν τη φιλοσοφία για να κατανοήσουν με τη λογική το δόγμα. Αυτό το έκαναν οι αιρετικοί.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν δέχονται τη μεταφυσική, διότι η μεταφυσική είναι η ανθρώπινη σκέψη περί του αμετάβλητου. Ενώ στην Πατερική Θεολογία τα δόγματα είναι απλώς μέρος των ασκητικών μέσων, δια των οποίων ο άνθρωπος φθάνει, αν φθάσει ποτέ, στην εμπειρία του αγιασμού. Η Δυτική Θεολογία συνδέθηκε στενά με τη μεταφυσική και αμφισβητήθηκε έντονα από τον Διαφωτισμό, ο οποίος δεν δέχεται τίποτα που δεν βασίζεται στην εμπειρία του ανθρώπου. Επίσης στην Δύση ταυτίστηκε το δόγμα με το μυστήριο.

Ο ιερός Αυγουστίνος είναι ο μόνος Ορθόδοξος θεολόγος της αρχαιότητος που σύγχυσε το δόγμα με το μυστήριο και νόμισε ότι μέσω του δόγματος μπορεί να καταλάβει κανείς το μυστήριο. Στη Θεολογία του Αυγουστίνου βρίσκονται και οι βάσεις για την υιοθέτηση στη Δύση της Σχολαστικής Θεολογίας.

Βεβαίως οι δογματικές διαφορές με τη Δύση οφείλονται σε κάποιο βαθμό και σε ιστορικούς λόγους. Σήμερα γίνεται διάλογος με τους παπικούς, όσο και με τους προτεστάντες, αλλά γίνεται σε λάθος βάση. Ο διάλογος αυτός ίσως είχε κάποια ελπίδα επιτυχίας αν τονιζόταν ο θεραπευτικός χαρακτήρας του δόγματος.

Σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα, εκτός από τις θεωρίες υπάρχει και η πρακτική εφαρμογή τους. Αυτό λέγεται Ηθική. Αυτή η κοσμική Ηθική μπορεί να διαπλάσει καλούς και ηθικούς ανθρώπους, αλλά δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. Η διδασκαλία του Χριστού έχει τη δική της πρακτική εφαρμογή, η οποία διασώζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία και συνίσταται στην ασκητική. Στις άλλες ομολογίες η Ηθική έγινε επιφανειακή και εξέπεσε σε ηθικολογία. Κατά την παπική Ηθική το έργο της Θείας Χάριτος είναι να βοηθά τον άνθρωπο να γίνει ενάρετος, όπως δίδασκαν οι αρχαίοι Έλληνες. Αυτή η Ηθική επηρεάζει εν συνεχεία πολλές προτεσταντικές παραδόσεις. Η ηθικολογία αυτή επηρέασε και τον μοναχισμό και όλη τη χριστιανική ζωή στην Δύση. Και στη σημερινή εποχή είναι υπό κατάρρευση.

Στην Ορθόδοξη ασκητική δεν μπορεί να διαχωριστεί η Θεολογία από την Ηθική. Η ασκητική έχει καθαρά δογματικό χαρακτήρα. Αν το δόγμα χωριστεί από την Ηθική, τότε επικρατεί αφ’ ενός ο στοχασμός, αφ’ ετέρου η ηθικολογία. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι μια εξωτερική ηθική ζωή, που καταντά ηθικολογία, αλλά η μετάνοια ως θεραπεία του ανθρώπου, που οδηγεί στην κάθαρση και τον φωτισμό.

Οι Πνευματικοί Πατέρες είναι γιατροί, δεν είναι ηθικοπατέρες. Ουσιαστικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει Ηθική, που να σκοπεύει στη διάπλαση καλών και ενάρετων ανθρώπων. Υπάρχει μόνο η ασκητική, που θεραπεύει την ασθένεια της αμαρτίας. Απαλλάσσει τον άνθρωπο από την φιλαυτία και τον οδηγεί στην ανιδιοτελή αγάπη.

Οι Πατέρες έδιναν μεγάλη σημασία στον νου του ανθρώπου, που διαφοροποιείται από τη λογική, και είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Έτσι για τους Πατέρες υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι: Αυτοί που έχουν εσκοτισμένο τον νου, και αυτοί που έχουν φωτισμένο τον νου. Επομένως το κέντρο της ασκητικής είναι ο φωτισμένος ή εσκοτισμένος νους και όχι μια απλή εξωτερική συμπεριφορά του ανθρώπου. Σκοπός λοιπόν της ασκητικής είναι η κάθαρση και ο φωτισμός του νοός. Ο Χριστιανισμός υπάρχει με μοναδικό σκοπό να περνάει τους ανθρώπους από την κάθαρση και να τους οδηγεί στον φωτισμό του νοός. Αυτός είναι και ο σκοπός του Βαπτίσματος, που λέγεται καὶ Φώτισμα.

Η πτώση του ανθρώπου δεν είναι ηθική αλλά πραγματική· συντέλεσε στη διαφθορά του ανθρώπου, επηρέασε ακόμα και την κτίση. Η πτώση εκφράζεται ως σκοτασμός του νου, ως στέρηση της δόξης του Θεού. Η ασκητική δεν μπορεί να μετατραπεί σε Ηθική, αφού στη βάση της είναι θεραπευτική της όλης προσωπικότητας του ανθρώπου. Υπάρχουν δηλαδή σ᾽ αυτήν τρόποι θεραπείας του ανθρώπου. Βεβαίως δεν πρόκειται για εξωτερικούς τρόπους, αλλά για συνεργία Θεού και ανθρώπου, αφού η Χάρη ενεργεί και ο άνθρωπος συνεργεί.

 

Ο Θεός, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν ανακαλύπτεται από τον άνθρωπο, αλλά αποκαλύπτεται ο ίδιος στην καρδιά του ανθρώπου. Δηλαδή η αλήθεια περί του Θεού είναι αποκάλυψη του ίδιου του Θεού στους αγίους δια μέσου των αιώνων. Ουσιαστικά η αποκάλυψη είναι η εμπειρία της Θεώσεως. Ο θεούμενος βρίσκεται σε κατάσταση επισκέψεως του Αγίου Πνεύματος, έχει το Άγιο Πνεύμα που προσεύχεται μέσα του. Αυτή είναι εμπειρία της νοεράς προσευχής, που γίνεται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Όμως είναι δυνατόν ο άνθρωπος, έχοντας την νοερά προσευχή, να φθάσει και στην εμπειρία της θεώσεως, στην οποία μετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος, οπότε καθίσταται πραγματικός θεόπτης και θεολόγος μέσα στην Εκκλησία.

Όλη η πνευματική ζωή του Χριστιανού έχει σχέση με την εμπειρία. Στην αρχή ο άνθρωπος δέχεται την εμπειρία των πεπειραμένων και έπειτα μπορεί να αποκτήσει κι ο ίδιος πνευματική εμπειρία, καθοδηγούμενος από αυτούς. Φυσικά, όταν γίνεται λόγος για προσωπική εμπειρία, δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος αποξενώνεται από την Εκκλησία και ζει ατομική ζωή, αλλά η εμπειρία αποκτάται μέσα στην Εκκλησία και υπάρχει συνδυασμός Μυστηρίων και ασκήσεως.

Η εμπειρία είναι η βάση της Ορθόδοξης Θεολογίας, γι’ αυτό και η Θεολογία δεν είναι θεωρητική επιστήμη αλλά θετική. Όλες οι θετικές επιστήμες στηρίζονται στην παρατήρηση. Ο αστρονόμος ξέρει να χρησιμοποιεί το τηλεσκόπιο, ξέρει να διαβάζει τον χάρτη των άστρων, παρατηρεί τα άστρα και τα περιγράφει, ώστε να γνωρίσουν και άλλοι για τα άστρα και κάποιοι διδάσκονται και οι ίδιοι να τα παρατηρούν. Έτσι και στην Πατερική παράδοση: Εκείνος που βλέπει ως φωτισμένος και έχει την εμπειρία του φωτισμού, αυτός είναι ο θεολόγος που περιγράφει όσα βλέπει, ώστε και άλλοι να έχουν την ίδια εμπειρία του φωτισμού. Η μόνη διαφορά είναι ότι η επιστήμη παρατηρεί κτιστά πράγματα, που μπορούν να περιγραφούν, ενώ η Θεολογία άκτιστα και απερίγραπτα. Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Θεολογία είναι αποφατική. Για λόγους πνευματικής καθοδηγήσεως, μιλώντας για τον Θεό, χρησιμοποιεί την κατάφαση, αλλά για να μην ταυτιστεί ο Θεός με κτιστές περιγραφές, διορθώνονται οι καταφάσεις με αποφάσεις (δηλ. του τι δεν είναι ο Θεός).

Τα αποτελέσματα της εμπειρίας της θεώσεως είναι Θεόπνευστα και αλάθητα, οπότε οι έχοντες Θεία εμπειρία είναι Θεόπνευστοι. Η σωστή Θεολογία είναι έκφραση της εμπειρίας της θεώσεως· αυτό έκαναν οι Πατέρες. Δεν μπορεί κάποιος να θεολογεί με τη σκέψη του. Πρέπει να αποκτήσει την εμπειρία, να περάσει από την κάθαρση, να φθάσει στον φωτισμό και τότε είναι θεολόγος, αφού θα έχει τον φωτισμό. Τότε, αφού έχει την ενέργεια του Θεού μέσα του, βλέπει την δόξα του Θεού και είναι σε θέση να οδηγήσει και άλλους σε αυτή την κατάσταση. Εκεί στηρίζεται και η πνευματική πατρότητα.

Η εμπειρία της θεώσεως σημαίνει αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος· βλέπει ο άνθρωπος τη δόξα του Θεού, μετέχει του ακτίστου φωτός και γνωρίζει από την πείρα του ότι ουδεμία ομοιότητα υπάρχει μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Ο Θεός υπερβαίνει όλες τις δυνάμεις του ανθρώπου. Γι’ αυτό και στην ίδια την αποκάλυψη ο Θεός παραμένει μυστήριο.

Οι άγιοι είχαν ταυτότητα εμπειριών και επομένως έχουν την ίδια γνώση· αυτοί είναι η αυθεντία μέσα στην Εκκλησία. Και γίνονται γέφυρα  μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Φθάνουν βέβαια σε αυτό το σημείο γιατί υπάρχει ο Θεάνθρωπος Χριστός, στον οποίο ενώθηκε η ανθρώπινη φύσις υποστατικώς. Εμείς αποκτούμε γνώση του Θεού μέσω των εμπειριών των θεουμένων.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας γνωρίζουν εκ πείρας ότι η σχέση με τον Θεό είναι εμπειρική. Διδάσκουν ότι όλοι θα δουν τη δόξα του Θεού ή ως φως θέλγον ή ως πυρ καταφλέγον.

Όταν κανείς φθάσει στην εμπειρία των θεουμένων, γνωρίζει πλέον ακριβώς τι είναι και τι δεν είναι η εμπειρία. Έτσι λοιπόν γνωρίζει τι γνωρίζει και τι όχι κατά τρόπο σαφέστατο.

Ο άνθρωπος που εμπνέεται από το Άγιο Πνεύμα έχει πολλές και γνήσιες εμπειρίες. Όλη η χριστιανική ζωή μέσα στην Εκκλησία με τα Μυστήρια και την άσκηση είναι εμπειρική.

Γενικά, η εμπειρία των Πατέρων διακρίνεται σε εμπειρία φωτισμού και εμπειρία θεώσεως. Το στάδιο της θεώσεως δεν είναι μόνιμη κατάσταση στη ζωή αυτή, αλλά διαρκεί ένα ορισμένο διάστημα που ποικίλλει σε κάθε περίπτωση. Πάντοτε όμως ο θεούμενος επανέρχεται στην κατάσταση του φωτισμού. Η σταθερή πνευματική κατάσταση, είναι η κατάσταση του φωτισμού.

Η εμπειρία της θεώσεως έχει διάφορους βαθμούς. Είναι η έλλαμψις, η θέα, η διαρκής θέα, και ο φωτισμός (περιγράφεται και ως θεωρία, η οποία θεωρία είναι και ο φωτισμός, είναι και η θέωση).

Ένα είδος εμπειρίας είναι και η έκσταση, η οποία είναι μικρότερη εμπειρία της αρπαγής. Όταν ο άνθρωπος χάνει τον προσανατολισμό του, αυτή είναι η έκσταση. Αλλά είναι μια προσωρινή κατάσταση, όταν συνεχίζεται η αρπαγή, δεν είναι πλέον έκσταση και συμμετέχει όλος ο άνθρωπος.

Κατά τη διάρκεια της νοεράς προσευχής, όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στην κατάσταση του φωτισμού του νου, το ίδιο το Άγιο Πνεύμα προσεύχεται μέσα στον άνθρωπο. Όταν ο προσευχόμενος αξιώνεται της θέας του ακτίστου Φωτός, τότε βιώνει τον αγιασμό. Η εμπειρία της θεώσεως λέγεται δοξασμός, γιατί ο θεούμενος μετέχει στη δόξα-φως του Θεού. Δόξα του Θεού είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού που οράται ως φως. Η εμπειρία της θεώσεως-δοξασμού λέγεται και εμπειρία της Πεντηκοστής, της οποίας μετείχαν και οι απόστολοι και είναι ο μεγαλύτερος βαθμός αποκαλύψεως.

Οι άγιοι της Εκκλησίας, που μετέχουν της ακτίστου θεοποιού ενέργειας του Θεού, γνωρίζουν εκ πείρας αν κάποια εμπειρία είναι αληθινή η ψευδής. Αυτό λέγεται στην πατερική γλώσσα διάκριση.

Είναι άλλο να ακούμε από τους προφήτες, τους αποστόλους και τους αγίους να μας διδάσκουν με λέξεις τον λόγο του Θεού, και άλλο να έχει κάποιος προσωπική θεοπτική εμπειρία. Επίσης υπάρχει διάκριση μεταξύ καθάρσεως, φωτισμού και θεώσεως.

Σημαντικό είναι ότι οι άγιοι διακρίνουν σαφώς την Ορθόδοξη εμπειρία της θεώσεως-αγιασμού από τους μυστικισμούς των διάφορων θρησκειών και φιλοσοφιών. Δεν έχει καμία σχέση η θέωση με τον υπνωτισμό ή οποιαδήποτε δαιμονική εμπειρία. Άλλωστε μόνο η Ορθόδοξη εμπειρία της θεώσεως έχει ως αποτέλεσμα τα ιερά λείψανα, αφού μόνο αυτή αγιάζει τον όλον άνθρωπο

Μέσα στην Εκκλησία υπάρχει πλούσια η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που φωτίζει και αγιάζει τον άνθρωπο. Οι Πνευματικοί Πατέρες, που έχουν την εμπειρία της πνευματικής ζωής, βοηθούν τα πνευματικά τους παιδιά να αποκτήσουν κι εκείνα πνευματική εμπειρία. Προκειμένου να φθάσει κανείς στην θεοπτία, πρέπει να καθαρισθεί τελείως ο νους του από όλους τους λογισμούς. Ακόμα και οι καλοί λογισμοί πρέπει να φύγουν και να αναπτυχθεί η νοερά προσευχή. Οι άγιοι Πατέρες καταρχήν απενεργοποιούσαν τη λογική ενέργεια με την υπακοή στις εντολές του Θεού και στον Πνευματικό τους Πατέρα. Συγχρόνως ανέπτυσσαν τη νοερά ενέργεια με την προσευχή και την άσκηση, οπότε η νοερά ενέργεια αποκτούσε εμπειρία του Θεού. Γιατί στην καρδιά πρέπει να υπάρχει ένας λόγος, η ευχή με το όνομα του Χριστού. Γι’ αυτό προηγείται η κάθαρση και ακολουθεί ο φωτισμός και η θέωση. Τον άνθρωπο που φθάνει στον αγιασμό δεν τον κυριεύει πλέον ο θάνατος και η εμπειρία της θεώσεως συνεχίζει και μετά τον θάνατο.

Ο Θεός αποκαλύπτει τον Εαυτό του στους θεούμενους, και αυτοί  μεταφέρουν την εμπειρία τους, προφορικώς ή γραπτώς, στα πνευματικά τους παιδιά, για να τα οδηγήσουν στη βίωση της ίδιας εμπειρίας. Αυτός είναι ο πυρήνας της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Η ουσία της Παραδόσεως είναι η μετάδοση αυτής της εμπειρίας.

Η αποκάλυψη του Θεού δίνεται σε συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι έφθασαν σε ένα βαθμό πνευματικής ζωής και είδαν τον Θεό και έτσι γνώρισαν την αποκάλυψη. Αυτοί οι άνθρωποι λέγονται φορείς της Θείας αποκαλύψεως. Έτσι ο Θεός δεν φανερώνεται απλώς στην ιστορία, αλλά στους αγίους που ζουν στην ιστορία. 

Οι θεούμενοι, Προφήτες, Απόστολοι και άγιοι της Εκκλησίας, έχουν άμεση εμπειρία του Θεού. Αυτοί ενώνονται με τον Χριστό, ο οποίος ενώνει στην υπόστασή του το κτιστό με το άκτιστο. Έτσι διά του Χριστού και οι θεούμενοι αποκτούν εμπειρία του ακτίστου.

Ο κατεξοχήν άνθρωπος είναι ο Χριστός. Αλλά ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος. Έτσι ο πιο φυσικός άνθρωπος είναι ο θεούμενος, διότι ο νους του λειτουργεί κατά φύση, φθάνει στον αγιασμό και επιτυγχάνει τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου, που είναι η κοινωνία με τον Θεό.

Οι θεόπτες γνωρίζουν τον Θεό και στη συνέχεια αναδεικνύονται αληθινοί θεολόγοι μέσα στην Εκκλησία. Η γνώση του Θεού είναι πραγματική, διότι είναι μέθεξη των ενεργειών του Θεού, και σε κάθε εμπειρία μετέχεται ολόκληρος ο Θεός, όχι ως προς την ουσία Του βέβαια, αλλά ως προς τις ενέργειες Του. Όταν ο θεούμενος δει την Αγία Τριάδα, ξέρει ότι είναι άκτιστη και η δόξα, αλλά διακρίνει μεταξύ ακτίστων ενεργειών του Θεού και κτιστών ενεργειών της κτίσεως. Για να περιγράψει την εμπειρία του χρησιμοποιεί καθημερινές εικόνες των ανθρώπων, για να μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο προς τον Θεό. Βέβαια έχει εμπειρία ενός ακτίστου Θεού, ο οποίος δεν έχει ομοιότητα με τα κτίσματα. Οπόταν, όποια γλώσσα κι αν χρησιμοποιήσει ο θεόπτης, ο Θεός παραμένει απερίγραπτος. Ο Θεός δεν αποκαλύπτει τις λέξεις, οι λέξεις είναι του θεουμένου στη δική του γλώσσα. Η αποκάλυψη είναι του Ακτίστου. Γι᾽ αυτό κι ο καθένας στην Πεντηκοστή ακούει στη δική του γλώσσα.

Όλοι οι θεούμενοι έχουν την ίδια εμπειρία του Θεού, έχουν και την ίδια διδασκαλία, ακόμα κι αν διαφέρει η ορολογία. Κι εμείς παραδεχόμαστε τη διδασκαλία αυτών των ανθρώπων. Γι’ αυτό οι θεούμενοι είναι η βάση της εκκλησιαστικής ζωής.

Θεούμενοι, που είχαν μέθεξη της ακτίστου ενέργειας του Θεού, υπάρχουν τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη. Βέβαια υπάρχουν και σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Λόγος δεν έχει προσλάβει ακόμα το σώμα και οι Προφήτες δέχονταν προσωρινή θέωση και δεν απαλλάσσονταν από το κράτος του θανάτου. Μετά την ενσάρκωση, το κέντρο της εμπειρίας είναι η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Οι θεούμενοι βλέπουν τον Χριστό. Διότι είναι αδύνατον κανείς να βλέπει τον Πατέρα, εάν δεν βλέπει τον Πατέρα εν Χριστώ. Και αυτή η θεοπτία συνοδεύεται από την ανθρώπινη φύση του Χριστού.

Οι θεούμενοι χαρακτηρίζονται ως άγιοι, διότι ενώνονται εν Αγίω Πνεύματι με τον Χριστό και δι’ Αυτού γνωρίζουν τον Πατέρα δια της θεοποιού ακτίστου ενεργείας του. Οι άγιοι είναι δέκτες, φύλακες και μεταδότες της Ιεράς Παραδόσεως. Και χωρίζονται σε γνωστικούς και πιστούς. Γνωστικοί είναι οι αυτόπτες μάρτυρες της Θεότητος του Χριστού.  Αυτοί είναι οι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι άγιοι. Και πιστοί είναι αυτοί που αποδέχονται εν Αγίω Πνεύματι, με παιδική απλότητα, τη μαρτυρία και τη διδασκαλία των θεοπτών αγίων.

Ο μόνος Θεός που υπάρχει είναι ο Θεός που αποκαλύφθηκε στους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους αγίους της Εκκλησίας. Βεβαίως για να φθάσουν οι άγιοι στη θεοπτία περνούν πρώτα από την εμπειρία της καθάρσεως και του φωτισμού.

Η μέθεξη της καθαρτικής και φωτιστικής χάριτος του Θεού, που καταλήγει στη Θεοποιό χάρη, είναι καρπός της ησυχαστικής ζωής. Γι’ αυτό όλοι οι Προφήτες, Απόστολοι και άγιοι ήταν ησυχαστές. Οπότε ο ησυχασμός δεν εμφανίζεται τον 13ο αιώνα, αλλά είναι στοιχείο που διακρίνει τους αγίους όλων των εποχών. Και, όλοι οι άγιοι διαχρονικά κατάλαβαν τη διάκριση Ουσίας και Ενέργειας στον Θεό, γιατί γνώριζαν ότι μετείχαν και κοινωνούσαν της ενέργειας, και όχι της ουσίας του Θεού.

Προφήτης χαρακτηρίζεται ο άγιος που έχει κοινωνία με τον Θεό, γνωρίζει δι᾽ αποκαλύψεως το θέλημά του, έχει φτάσει στη θέωση-αγιασμό και γίνεται ο αυθεντικός διδάσκαλος του λαού. Προλέγει τα μέλλοντα και διδάσκει τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού.

Οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης είναι άνθρωποι με πνευματική εμπειρία. Αρχή της πνευματικής τους εμπειρίας ήταν η ενέργεια της αδιάλειπτης προσευχής στην καρδιά. Άλλωστε ο Ν´  Ψαλμός στην πατερική παράδοση είναι περί νοεράς ευχής, οπότε ο προφητάναξ Δαυίδ είχε νοερά προσευχή. Έτσι οι Προφήτες δια της νοεράς ευχής πέρασαν από την κάθαρση και έφθασαν στον δοξασμό, δηλαδή στη θέωση. Είχαν θέα της ακτίστου δόξης του ασάρκου Λόγου, δηλαδή είχαν τη θέωση χωρίς την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Αυτή η θέωση ήταν προσωρινή, δεν συνοδευόταν από τη σωτηρία, έτσι οι Προφήτες πεθαίνουν όπως και οι υπόλοιποι. Με την Ανάσταση του Χριστού ανίστανται και οι Προφήτες, όπως αυτό αποτυπώνεται θεολογικά και στην εικόνα της Αναστάσεως.

Με την Θέωση οι Προφήτες έγιναν φίλοι του Θεού και ο λαός τους εμπιστεύεται, τους δέχεται ως αυθεντία και τους ακολουθεί για να φτάσει κι αυτός στη θεοπτία. Γι᾽ αυτό έχουν και μαθητές οι Προφήτες, πνευματικά τέκνα δηλαδή, για να τους οδηγούν στον φωτισμό και τη θέωση. Οπότε υπάρχει πνευματική πατρότητα και στην Παλαιά Διαθήκη.

Προφήτες δεν υπάρχουν μόνο στην Παλαιά, αλλά και στην Καινή Διαθήκη. Ο Πρόδρομος ήταν ο τελευταίος προφήτης της Παλαιάς και ο πρώτος της Καινής διαθήκης. Έτσι έχουμε τον συνδετικό κρίκο, από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή, όχι με κείμενα αλλά με τη ζωντανή μαρτυρία της εμπειρίας της θεώσεως. Όπως στην Παλαιά έτσι και στην Καινή Διαθήκη όποιος δει τον Θεό εν δόξη γίνεται προφήτης. Αυτός στην αρχαία Εκκλησία λέγεται Θεόκλητος, γιατί σ’ αυτόν εμφανίσθηκε ο Θεός και έχει κληθεί κατευθείαν από τον Θεό. Οι Προφήτες ήταν ό,τι και οι Απόστολοι. Η διαφορά τους είναι ότι οι Προφήτες ήταν επίσκοποι μιας τοπικής Εκκλησίας, ενώ οι Απόστολοι δεν είχαν επισκοπή. Ιδρύανε επισκοπές και ήταν για όλη την Εκκλησία.

Ο απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στην προφητεία, τη συνδέει με την ερμηνεία και τη διδασκαλία. Λέει· «θέλω δε πάντας υμάς λαλείν γλώσσαις, μάλλον δε ίνα προφητεύητε», δηλαδή να αποκτήσετε τη νοερά προσευχή για να μπορείτε να ερμηνεύετε. Εκείνος που γνωρίζει πρόσωπο με πρόσωπο τον Θεό και έχει την αδιάλειπτη ευχή μέσα του, αυτός διαβάζει την Παλαιά Διαθήκη και βλέπει τον Χριστό σε κοινωνία με τους Προφήτες.

Ο Χριστός με την έναρξη του έργου του εξέλεξε δώδεκα μαθητές, οι οποίοι καλούνται Απόστολοι, γιατί τους απέστειλε να κηρύξουν. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Λόγος επικοινωνεί μέσω των Προφητών. Μετά την ενανθρώπησή του επικοινωνεί μέσω της ανθρώπινης φύσης του. Μαζεύονται οι Απόστολοι γύρω από τον σαρκωθέντα Λόγο, όπως μαζεύτηκαν οι δώδεκα φυλές γύρω από τον Θεό μέσω του Μωυσέως. Και αντί του κτιστού νόμου είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος έδωσε τον άκτιστο νόμο και είναι παιδαγωγός του ακτίστου νόμου. Ο Χριστός καθίσταται Πνευματικός Πατέρας των Αποστόλων, οι οποίοι δια του Χριστού πέρασαν από την κάθαρση στον φωτισμό και ανυψώθηκαν στη θέωση. Γνώρισαν τον Χριστό κατά σάρκα προ της Αναλήψεως και κατά πνεύμα την Πεντηκοστή. Δηλαδή οι μαθητές του Χριστού πριν την Πεντηκοστή έβλεπαν τον Χριστό κατά σάρκα, και μερικές φορές μέσα από την ανθρώπινη σάρκα έβλεπαν ακτίνες της Θείας Δόξης. Μετά από την Πεντηκοστή βλέπουν τον Θεάνθρωπο Χριστό εν Πνεύματι μέσα στο φως.

Ο Χριστός αποκαλύπτει στους Αποστόλους τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού με τη διδασκαλία. Στη Μεταμόρφωση οι Απόστολοι είδαν τη Βασιλεία-Δόξα του Θεού. Στην έλλαμψη του Χριστού στη Μεταμόρφωση οι μαθητές βρίσκονταν μέσα στο φως που προχεόταν από τη σάρκα του Χριστού, η οποία όμως ήταν έξω από τους μαθητές. Από την Πεντηκοστή και έπειτα οι μαθητές έγιναν μέλη του σώματος του Χριστού, οπότε το σώμα ενεργούσε έσωθεν. Έτσι μπορεί να ερμηνευτεί και η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής. Οι Απόστολοι ήταν Θεόπνευστοι από την ημέρα της Πεντηκοστής και ό,τι έκαναν ήταν καρπός και αποτέλεσμα της θεώσεως.

Η αποστολική ζωή, παράδοση και διαδοχή είναι η μέθεξη των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Όποιος βρίσκεται στην προοπτική του αγιασμού, βιώνει την αποκαλυπτική παράδοση, ενώ όποιος βρίσκεται έξω από αυτήν, περιπίπτει σε θεολογικά λάθη. Η αλήθεια βρίσκεται στη θεοπτία. Οι επίσκοποι είναι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων, όχι μόνο από μια σειρά χειροτονιών, αλλά επειδή μετέχουν της ίδιας αποστολικής ζωής και είδαν τον Χριστό εν τη δόξη Αυτού.

Η αποστολική διαδοχή δεν είναι μόνον η Χάρη να τελεί κάποιος μυστήρια, αλλά και να είναι Πνευματικός Πατέρας και να θεραπεύει. Γιατί η ουσία της αποστολικής διαδοχής και παραδόσεως είναι ότι Πνευματικός Πατέρας μπορεί να γίνει κανείς μόνο από Πνευματικό Πατέρα και, κατ᾽ επέκταση, ο επίσκοπος είναι ο κατεξοχήν Πνευματικός Πατέρας και φορέας της διαγνωστικής και θεραπευτικής παραδόσεως της Εκκλησίας. Άλλωστε αυτός είναι και ο ρόλος των κληρικών, να κάνουν δηλ. σωστή διάγνωση και σωστή θεραπεία, αφού η Εκκλησία λειτουργεί ως πνευματικό νοσοκομείο.

Η αποστολική ζωή διασώζεται στον μοναχισμό. Εκεί καλλιεργείται η ζωή της κοινοκτημοσύνης και του ησυχαστικού αγώνα για κάθαρση, φωτισμό και θέωση.

Οι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ουσιαστικά οι Πατέρες είναι η γέφυρα που ενώνει την αποστολική εποχή με κάθε εκκλησιαστική εποχή. Γι’ αυτό η Εκκλησία είναι αποστολική, επειδή είναι πατερική. Οι Πατέρες δεν είναι σοφοί επιστήμονες που απέκτησαν την ανθρώπινη γνώση, αλλά εκείνοι που έλαβαν το Άγιο Πνεύμα, είχαν μέθεξη της Θεοποιού ενέργειας του Θεού. Απέκτησαν την υπαρξιακή γνώση του Θεού και τη διατύπωσαν με τα ιδιαίτερα χαρίσματα και την παιδεία που είχαν. Οι Πατέρες, ως θεούμενοι, γέννησαν εν Χριστώ πνευματικά παιδιά για να τα οδηγήσουν προς τον αγιασμό. Έτσι οι Πατέρες γνώρισαν τη διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος, αλλά γνώρισαν και τον δρόμο για να οδηγήσουν τα πνευματικά τους παιδιά στην εμπειρία και τη γνώση του Τριαδικού Θεού.

Οι Πατέρες παρέλαβαν την ησυχαστική παράδοση των Προφητών και των Αποστόλων και δια της καθάρσεως έφτασαν στον φωτισμό και τη θέωση. Και αφού θεραπεύτηκαν οι ίδιοι, γνώρισαν τον Θεό και στη συνέχεια θεράπευαν την πνευματική ασθένεια των ανθρώπων. Η Πατερική Θεολογία είναι η πνευματική ιατρική.

Τα συγγράμματα των Πατέρων είναι θεόπνευστα γιατί και οι ίδιοι ήταν θεόπνευστοι και είχαν εμπειρία της Πεντηκοστής. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας θεόπνευστος είναι εκείνος ο οποίος, ευρισκόμενος σε κατάσταση φωτισμού ή θεώσεως, αφού έχει την εμπειρία αυτή, γράφει θεοπνεύστως. Αλλά δεν γράφει θέματα που δεν έχουν σχέση με τη θεοπνευστία. Σε αυτή τη συνάφεια και η Θεοπνευστία των Οικουμενικών Συνόδων βασίζεται στο γεγονός ότι έλαβαν μέρος σε αυτές θεόπνευστοι άγιοι Πατέρες. Και οι αποφάσεις τους ήταν έκφραση της εμπειρίας θεώσεως που είχαν οι Πατέρες.

Ένα θέμα που χρήζει διευκρίνισης είναι και η περίοδος της Πατερικής παραδόσεως, πότε αρχίζει και πότε τελειώνει. Σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, η πατερική παράδοση αρχίζει από τον Αβραάμ, και οι τότε άγιοι λέγονται Πατέρες της Παλαιάς Διαθήκης, που διαχωρίζονται σε Πατέρες προ Νόμου, εν Νόμω και μετά Νόμον. Μετά έχουμε τους Αποστόλους, έχουμε την ενσάρκωση του Λόγου, την περίοδο μεταξύ ενσάρκωσης και Πεντηκοστής, μετά έχουμε τα μετά την Πεντηκοστή. Έτσι, η Πατερική παράδοση είναι συνεχής στην Εκκλησία, χωρίς να διακόπτεται.

Άγιοι λέγονται όσοι κατά διαφόρους βαθμούς μετέχουν της αγιοποιού-θεοποιού ενέργειας του Θεού. Άγιοι δεν είναι οι καλοί άνθρωποι, αλλά όσοι συνδέονται με τον άσαρκο και σεσαρκωμένο Λόγο, τον Χριστό. Η αγιότητα είναι το κοινό γνώρισμα όλων των Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ασκητών. Όλοι είναι άγιοι, διότι έχουν την αγιοποιό ενέργεια του Θεού, και είναι Πατέρες, διότι γεννούν πνευματικά παιδιά.

Ο σκοπός της Εκκλησίας είναι να αγιάσει τα μέλη της, αλλά και ταυτόχρονα να χρησιμοποιήσει τον κατάλληλο τρόπο για να επιτύχει αυτό τον στόχο. Η αγιότητα βιώνεται με την ενέργεια του Θεού και την συνέργεια του ανθρώπου. Ο Θεός ενεργεί και ο άνθρωπος συνεργεί.